ΝΟΜΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣΠΡΟΓΡΑΜΜΑΦΟΙΤΗΤΕΣΔΙΚΗΓΟΡΟΙΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΕΣΣΧΟΛΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣΝΟΜΙΚΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣΕΜΙΝΑΡΙΑΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Νομικό Κέντρο Εκπαίδευσης
ΘΕΜΑΤΑ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ
ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
ΝΕΑ ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΓΙΑ ΕΞΑΣΚΗΣΗ
Οκτώβριος, 2015
Νοέμβριος, 2015
Δεκέμβριος, 2015
Φεβρουάριος, 2016
Ιούλιος, 2016
Οκτώβριος, 2016
Ιανουάριος, 2017
Μάρτιος, 2017
Οκτώβριος, 2017
Νομικό Κέντρο Εκπαίδευσης
ΝΟΜΙΚΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
RSS
Υποδειγμα επίλυσης θέματος επάρκειας - Πολιτική Δικονομία
28/10/2017 2:54:07 PM
ΘΕΜΑ

Οι  Α,  Β  και   Γ  φέρονται  ως  συγκύριοι  ενός  ακινήτου,  που   βρίσκεται   στην Κόρινθο, αξίας  300.000 Ευρώ,  το οποίο απέκτησαν, μαζί  με  άλλα  περιουσιακά στοιχεία,   ως  ες αδιαθέτου κληρονόμοι  του  πατέρα  τους  Π,  κατοίκου Πάτρας κατά   το  χρόνο  του  θανάτου  του.   Ο  Α  ασκεί   κατά   των  Β  και   Γ  αγωγή  στο

Πολυμελές Πpωτοδικείο Κορίνθου, με  αίτημα τη διανομη του ακινήτου. Οι Α, Β και  Γ κατέθεσαν στη γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου εμπρόθεσμα  προτάσεις και  προσκόμισαν όλα  τα αποδεικτικά μέσα  και  τα διαδικαστικά  έγγραφα   που   επικαλέστηκαν  με   αυτές,   κατ '   άρθρο   237   §   1

ΚΠολΔ.  Με  τις  προτάσεις τους:  α)  Ο  Β ισχυρίζεται ότι  ο  Π συνέταξε  την  από

1.1.2015  ιδιόγραφη  διαθήκη,  με   την   οποία   των   εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο, με  συνέπεια να είναι  ο μόνος κύριος του ακινήτου·  β) ο Γ ομολογεί την ιστορική βάση της αγωγής.

Ερωτάται:   α)  Είναι   το  δικαστήριο  κατά   τόπον   και   καθ’ ύλην   αρμόδιο προς

εκδίκαση   της    αγωγής;    β)   Τι   θα    αποφασίσει  το   δικαστήριο   ενόψει    των αποκλινόντων   ισχυρισμών  των   συνεναγομένων;  γ)   Ποιος    φέρει    το   βάρος αποδείξεως του  ισχυρισμού του  Β;  δ)  Μπορεί  ο  Α με  την  προσθήκη   επί  των προτάσεων να ισχυρισθεί ότι η από  1.1.2015 διαθήκη του Π είναι  άκυρη λόγω ελλείψεως  συνειδήσεως   των  πραττομένων;  ε)  Θα  είχε   ασκηθεί  παραδεκτά η αγωγη  διανομής εάν είχε  στραφεί  μόνο  κατά  του Β; Εάν  όχι,  πώς θα μπορούσε να θεραπευθεί το ελάττωμά της;


ΑΠΑΝΤΗΣΗ

 

α. Από τις διατάξεις των άρθρων 9, 10, 11 και 14 επ.  ΚΠολΔ συνάγεται ότι η καθ’ ύλην αρμοδιότητα ενός δικαστηρίου καθορίζεται από την αξία του αντικειμένου της διαφοράς κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής. Ο καθορισμός αυτός γίνεται από το δικαστήριο με ελεύθερη κρίση για τη διαμόρφωση της οποίας λαμβάνεται υπόψη το αίτημα της αγωγής. Ειδικότερα, στην περίπτωση του άρθρου 11 περ. 5 ΚΠολΔ για τη δίκη διανομής, κρίσιμη είναι -ακόμη και όταν υφίσταται ενεργητική ή παθητική ομοδικία- η συνολική αξία του ακινήτου και όχι το ιδανικό μερίδιο συγκυριότητας του ενάγοντα ή κάθε εναγομένου, ακόμη και όταν η διανομή αφορά μεμονωμένο κληρονομιαίο ακίνητο. Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη ότι προσδιοριστικό στοιχείο της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του δικαστηρίου είναι η αξία του όλου υπό διανομή αντικειμένου, εν προκειμένω καθ’ ύλην αρμόδιο είναι δυνάμει του αρ. 18 ΚΠολΔ το Πολυμελές Πρωτοδικείο. Περαιτέρω, για τον προσδιορισμό της κατά τόπον αρμοδιότητας εφαρμοστέα τυγχάνει η διάταξη του αρ. 29 ΚΠολΔ της δωσιδικίας του τόπου του ακινήτου, σύμφωνα με την οποία κατά τόπον αρμόδιο για τη διανομή ενός από περισσότερα κληρονομιαία στοιχεία είναι το δικαστήριο του τόπου, όπου βρίσκεται το ακίνητο. Συνεπώς το Πολυμελές Πρωτοδικείου Κορίνθου είναι καθ’ύλην και κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο για την υπό κρίση αγωγή διανομής. Νομικό Κέντρο Εκπαίδευσης – Σίνα 9

 

β. Σύμφωνα με το αρ. 77 ΚΠολΔ στις περιπτώσεις αναγκαστικής ομοδικίας του αρ. 76 ΚΠολΔ, αν οι ομόδικοι προτείνουν αντιφατικούς ισχυρισμούς, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την επιρροή τους στη διαδικασία και στην απόφαση και μπορεί να καθορίσει τα αποτελέσματά τους, χωριστά για κάθε ομόδικο, εφόσον το επίδικο δικαίωμα είναι διαιρετό. Λαμβάνοντας υπόψη ότι στην περίπτωση αγωγής διανομής οι εναγόμενοι συνδέονται με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας (τρίτη περίπτωση αναγκαστικής ομοδίκίας κατ αρ. 76 και 478 ΚΠολΔ- κοινή παθητική νομιμοποίηση),  εν προκειμένω ο αναγκαίος ομόδικος Β αρνείται αιτιολογημένα κατ’ αρ. 261 ΚπολΔ την ιστορική βάση της αγωγής διανομής και συγκεκριμένα το προδικαστικό ζήτημα της ύπαρξης συγκυριότητας, ενώ ο ομόδικος Γ ομολογεί δικαστικά κατ’ αρ. 352 παρ. 1 ΚΠολΔ την ιστορική βάση της αγωγής, το δε δικαστήριο θα εκτιμήσει ελεύθερα τους ισχυρισμούς των δύο ομοδίκων.

γ. Μεταξύ των αναγκαίων στοιχείων της ιστορικής βάσης της αγωγής διανομής κατ’ αρ. 216 ΚπολΔ και 799 ΑΚ,  είναι η ύπαρξη συγκυριότητας ενάγοντα και εναγομένων (άρθρο 1113 ΑΚ) καθώς και το ακριβές ποσοστό της μερίδας του καθενός επί του κοινού πράγματος. Έτσι, εάν κάποιος εκ των εναγομένων ισχυρισθεί ότι είναι αποκλειστικός κύριος του επίκοινου ακινήτου, πρέπει να εξετασθεί ο χρόνος που θεμελιώνει το δικαίωμά του αυτό, δηλαδή εαν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν πλήρη κυριότητά του επί του ακινήτου είναι προγενέστερα ή σύγχρονα αυτών που δομούν τη συγκυριότητα ή μεταγενέστερα αυτής. Εφόσον είναι προγενέστερα, ο ισχυρισμός του εναγόμενου θεωρείται αιτιολογημένη άρνηση, ενώ αν είναι μεταγενέστερα, πρόκειται για καταχρηστική ένσταση. Εν προκειμένω, ο Β ισχυρίζεται παραδεκτά με τις προτάσεις του ότι είναι αποκλειστικός κύριος του ακινήτου, το δε δικαίωμα πλήρους κυριότητάς του το στηρίζει σε καθολική εκ διαθήκης διαδοχή. Επομένως,  λαμβάνοντας υπόψη ότι πρόκειται για αιτιολογημένη άρνηση του εναγομένου, ο ενάγων Α βάσει του αρ. 338 ΚπολΔ περί του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, οφείλει να επικαλεστεί τα αναγκαία γεγονότα που θεμελιώνουν την συγκυριότητα.

δ. Σύμφωνα με το αρ. 237 παρ. 2 « Νέοι ισχυρισμοί με την προσθήκη μπορούν να προταθούν  [...] μόνο για αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις», αλλιώς απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Εν προκειμένω ο Α με την προσθήκη προτείνει για πρώτη φορά την καταχρηστική ένσταση ακυρότητας της διαθήκης λόγω έλλειψης συνείδησης των πραττομένων (ΑΚ 131), η οποία προτείνεται παραδεκτά, καθώς αποτελεί αντίκρουση της άρνησης του αντιδίκου του Β.

ε. Η αγωγή διανομής έχει διαπλαστικό αίτημα και αποσκοπεί στη λύση της κοινωνίας του δικαιώματος συγκυριότητας των Α, Β και Γ. Σύμφωνα με το αρ. 478 ΚΠολΔ προβλέπεται η παθητική νομιμοποίηση στην αγωγή διανομής και ειδικότερα ορίζεται ότι η αγωγή διανομής πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των κοινωνών, αλλιώς η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Επομένως απευθείας εκ του νόμου ορίζονται ως παθητικώς νομιμοποιούμενοι όλοι οι κοινωνοί – κατ’ ακριβολογία, οι υπόλοιποι πέραν των εναγόντων- οι οποίοι συνδέονται με δεσμό αναγκαίας ομοδικίας λόγω της τρίτης  περίπτωσης  του άρθρου 76§1 ΚΠολΔ. Ωστόσο, γίνεται πάγια δεκτό ότι η κήρυξη του απαραδέκτου από το δικαστήριο της αγωγής αποτρέπεται μέσω της προσεπίκλησης του μη εναχθέντος κοινωνού, υπό την ιδιότητα του αναγκαίου ομοδίκου (άρθρο 86 ΚΠολΔ) και με τη μορφή της επιγενόμενης αναγκαστικής ομοδικίας του προσεπικληθέντος αναγκαίου ομοδίκου  θεραπεύεται το απαράδεκτο.

 

Νίκη Κόλλια

Νομικό Κέντρο Εκπαίδευσης


Επάρκεια 2017 Απρίλιος ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
24/10/2017 12:05:00 AM

 

1ο Πρακτικό  

 

 

Οι  Α και  Β, σεσημασμένοι κακοποιοί,  ευρισκόμενοι  εντός  του  κεντρικού  σταθμού του μετρό στην Αθήνα παρατηρούν  τους περαστικούς, έχοντας ήδη συνεννοηθεί  να εmτεθούν   με  μαχαίρι   σε  όποιον   τους  φανεί  «εύκολο  θύμα»  αφαιρώντας   του  τα προσωπικά αντικείμενα. Ο Α, βλέποντας απέναντι τον μεγάλο χαρτοφύλακα του Χ, ψιθυρίζει στον Β «ή πάμε σε αυτόν ή σε κανέναν», κάνοντας παράλληλα νόημα με τα μάτια στον Β για το ποιον ακριβώς  εννοεί.

 

Ο  Β όμως,  ο  οποίος  είχε  επίτηδες  καταναλώσει  μεγάλη  ποσότητα  αλκοόλ  για  να βρίσκεται σε εγρήγορση  για την εκτέλεση του σχεδίου που είχαν καταστρώσει, μπερδεύεται   και  αντί  για  τον  χαρτοφύλακα   του  Χ  αρπάζει  την  τσάντα  που  είχε αφημένη  στο έδαφος  ο Ψ, θεωρώντας  ότι αυτόν του υπέδειξε ο Α. Μετά από αυτό Α και Β αρχίζουν να τρέχουν.

 

Πίσω  τους άρχισε  να τρέχει  και ο Ψ, οποίος  του φώναξε  «αστυνομία  σταματήστε » και λίγα μέτρα μετά οι Α και Β σταμάτησαν.  Όταν ο Ψ τους πλησίασε άρχισε να τους γρονθοκοπεί,  όντας σε άμυνα όπως ανέφερε αργότερα στους συναδέλφους  του.
Ερωτήματα:

 

1.  Τέλεσε   κάποια  αξιόποινη   πράξη   ο  Β;  Πώς  αξιολογείται   το  γεγονός  ότι  είχε καταναλώσει  πριν την πράξη του μεγάλη ποσότητα αλκοόλ;
2. Πώς αξιολογείται ποινικά η συμπεριφορά  των Α και Ψ ;

 

 

 Πρακτικό  2

 

 

Ο  Δ  κινούμενος  με  το  αυτοκίνητό του  σε  επαρχιακό  αυτοκινητόδρομο  παρασύρει άθελα του τον πεζό Θ. Ο περαστικός Π αντιλαμβάνεται το συμβάν, βλέπει τον Δ ταραγμένο,  αλλά  φοβούμενος μην  βρει τον μπελά  του απομακρύνεται από το χώρο του ατυχήματος,  εγκαταλείποντας τον Θ. Ύστερα από λίγο ο Θ κατέληξε από ακατάπαυστη  αιμορραγία.

 

Ερωτήματα:

 

Ι. Υφίσταται ποινική ευθύνη  των ανωτέρω προσώπων  κατά τον ΠΚ;

 

 2. Θα  άλλαζε  η  απάντησή   σας  αν  τελικά  δεν  επήλθε  θάνατος  του  Θ,  αλλά  απλά υπέστη κάποιους μώλωπες  στο σώμα;

 

Ευρωπαϊκή εντολή έρευνας στις ποινικές υποθέσεις - Εναρμόνιση της νομοθεσίας με την Οδηγία 2014/41/ΕΕ 
20/10/2017 1:50:28 AM

 Νόμος 4489/2017 : Ευρωπαϊκή εντολή έρευνας στις ποινικές υποθέσεις - Εναρμόνιση της νομοθεσίας με την Οδηγία 2014/41/ΕΕ 

Βασικές ρυθμίσεις

           

Η Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας (ΕΕΕ) είναι δικαστική απόφαση ή απόφαση την οποία εκδίδει ή επικυρώνει δικαστική αρχή κράτους-μέλους της ΕΕ («κράτος έκδοσης») με σκοπό την εκτέλεση ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων ερευνητικών μέτρων σε άλλο κράτος-μέλος («κράτος εκτέλεσης») για τη λήψη αποδεικτικών στοιχείων.

Οι ΕΕΕ εκτελούνται από τις ελληνικές αρχές με βάση την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Κατά την έκδοση, διαβίβαση και εκτέλεση της ΕΕΕ τηρούνται τα θεμελιώδη δικαιώματα και αρχές, όπως κατοχυρώνονται στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων υπεράσπισης όσων υπόκεινται σε ποινικές διαδικασίες

Η ΕΕΕ έχει ως αντικείμενο κάθε ερευνητικό μέτρο, περιλαμβανομένης της λήψης αποδεικτικών στοιχείων τα οποία βρίσκονται ήδη στην κατοχή των αρμόδιων αρχών του κράτους εκτέλεσης.

Η ΕΕΕ εκδίδεται στο πλαίσιο:

 

α) ποινικής διαδικασίας που κινείται από δικαστική αρχή ή μπορεί να κινηθεί ενώπιόν της για αξιόποινη πράξη βάσει της νομοθεσίας του κράτους έκδοσης,

 

β) διαδικασίας που κινούν διοικητικές αρχές, όταν αυτή αφορά πράξεις που τιμωρούνται βάσει της νομοθεσίας του κράτους έκδοσης ως παραβάσεις κανόνων δικαίου και όταν η απόφαση της διοικητικής ή δικαστικής αρχής μπορεί να οδηγήσει σε δίκη ενώπιον δικαστηρίου που έχει δικαιοδοσία σε ποινικές υποθέσεις,

 

γ) διαδικασίας που κινούν δικαστικές αρχές, όταν αυτή αφορά πράξεις που τιμωρούνται βάσει της νομοθεσίας του κράτους έκδοσης ως παραβάσεις κανόνων δικαίου και όταν η απόφαση της διοικητικής ή δικαστικής αρχής μπορεί να οδηγήσει σε δίκη ενώπιον δικαστηρίου που έχει δικαιοδοσία σε ποινικές υποθέσεις και

 

δ) διαδικασιών των περιπτώσεων α΄, β΄ και γ΄, οι οποίες αφορούν αξιόποινες πράξεις ή παραβάσεις που μπορούν να στοιχειοθετήσουν την ευθύνη ή να επισύρουν την τιμωρία νομικού προσώπου στο κράτος έκδοσης.

 

 

 

Ελληνική αρχή έκδοσης της ΕΕΕ

 

Αρμόδια αρχή για την έκδοση της ΕΕΕ από την Ελλάδα είναι: α) δικαστής, δικαστήριο, ανακριτής ή εισαγγελέας με αρμοδιότητα στη συγκεκριμένη υπόθεση και β) κάθε άλλη αρμόδια αρχή, η οποία στη συγκεκριμένη υπόθεση ενεργεί ως ανακριτική αρχή σε ορισμένη ποινική διαδικασία, υπό τον όρο ότι η ΕΕΕ που εκδίδεται από αυτή επικυρώνεται από τον αρμόδιο εισαγγελέα, ο οποίος την επικυρώνει, αφού ερευνήσει την τήρηση των προϋποθέσεων του παρόντος νόμου.

 

 

 

Έκδοση ΕΕΕ

 

Η αρχή εκδίδει ΕΕΕ αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αίτησης του υπόπτου ή του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου τους επ’ ονόματι και για λογαριασμό τους.

 

Η ανωτέρω αρχή εκδίδει ΕΕΕ, μόνο όταν κρίνει ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

 

α) η έκδοση της ΕΕΕ είναι αναγκαία και τελεί σε αναλογία με τους σκοπούς της διαδικασίας του άρθρου 5, λαμβάνοντας υπόψη την προστασία των δικαιωμάτων του υπόπτου ή κατηγορουμένου,

 

β) τα αιτούμενα ερευνητικά μέτρα που αναφέρονται στην ΕΕΕ θα μπορούσαν να είχαν διαταχθεί, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, σε παρόμοια εσωτερική υπόθεση.

 

3. Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, η ανωτέρω αρχή απορρίπτει την αίτηση του υπόπτου ή του κατηγορουμένου.

 

4. Η ανωτέρω αρχή, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή εκτέλεσης όταν η τελευταία θεωρεί ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 2, μπορεί να ανακαλέσει την ΕΕΕ.

 

 

 

Τύπος και περιεχόμενο της ΕΕΕ

 

1. Η ΕΕΕ περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:

 

α) το όνομα, τη διεύθυνση, τους αριθμούς τηλεφώνου και τηλεομοιοτυπίας, καθώς και, αν υπάρχει, τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της δικαστικής αρχής που εξέδωσε ή επικύρωσε την ΕΕΕ,

 

β) το αντικείμενο και τους λόγους έκδοσης της ΕΕΕ,

 

γ) τα στοιχεία ταυτότητας και την ιθαγένεια του υπόπτου ή κατηγορουμένου, αν δε αυτός είναι ανήλικος ή ανίκανος προς δικαιοπραξία, τα στοιχεία ταυτότητας και την ιθαγένεια του αντιπροσώπου ή του επιτρόπου του,

 

δ) περιγραφή της αξιόποινης πράξης που αποτελεί αντικείμενο έρευνας ή διαδικασίας, καθώς και των σχετικών ποινικών διατάξεων που την τυποποιούν,

 

ε) περιγραφή του ή των αιτούμενων ερευνητικών μέτρων που πρέπει να ληφθούν και των αποδεικτικών στοιχείων που πρέπει να συγκεντρωθούν.

 

Η ΕΕΕ μεταφράζεται στην ελληνική ή αγγλική γλώσσα.

 

 

 

Διαδικασία διαβίβασης

 

Η ΕΕΕ, αφού συμπληρωθεί σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, διαβιβάζεται από την ελληνική αρχή έκδοσης στην αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης είτε απευθείας, είτε μέσω των σημείων επαφής του Ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου ή του εθνικού μέλους της Eurojust, με οποιοδήποτε μέσο μπορεί να τεκμηριωθεί εγγράφως και κατά τρόπο που επιτρέπει στο κράτος

 

 

 

Αναγνώριση και εκτέλεση ΕΕΕ

 

Αρμόδια δικαστική αρχή για την αναγνώριση και εκτέλεση ΕΕΕ στην Ελλάδα ορίζεται ο εισαγγελέας εφετών στη δικαστική περιφέρεια του οποίου πρόκειται να εκτελεστεί η ΕΕΕ, ο οποίος μεριμνά, κατά περίπτωση, για την εκτέλεσή της.

 

Η αρχή εκτέλεσης αναγνωρίζει κάθε ΕΕΕ που της διαβιβάζεται και μεριμνά για την εκτέλεσή της σαν να πρόκειται για ερευνητικό μέτρο που διατάχθηκε από ελληνική αρμόδια αρχή, εκτός αν, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, συντρέχει λόγος μη αναγνώρισης, μη εκτέλεσης ή αναβολής.

 

Η αρχή εκτέλεσης τηρεί τις διατυπώσεις και τις διαδικασίες που ρητά ορίζονται από την αρχή έκδοσης, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο, και υπό την προϋπόθεση ότι οι σχετικές διατυπώσεις και διαδικασίες δεν αντιβαίνουν στο ελληνικό δίκαιο.

 

Όταν η αρχή εκτέλεσης παραλαμβάνει ΕΕΕ η οποία δεν έχει εκδοθεί ή επικυρωθεί από δικαστική αρχή, την αναπέμπει στο κράτος έκδοσης.

 

Η συνδρομή των αρχών του κράτους έκδοσης προς τις ελληνικές αρχές κατά την εκτέλεση της ΕΕΕ επιτρέπεται στον βαθμό που οι αλλοδαπές αρχές θα μπορούσαν να συνδράμουν την εκτέλεση των ερευνητικών μέτρων που αναφέρονται στην ΕΕΕ σε παρόμοια εσωτερική τους υπόθεση. Αν η αρχή έκδοσης υποβάλει σχετικό αίτημα να παρασχεθεί συνδρομή από αρχές του κράτους της κατά την εκτέλεση της ΕΕΕ, η αρχή εκτέλεσης το αποδέχεται, εφόσον η συνδρομή αυτή δεν αντιβαίνει στο ελληνικό δίκαιο ούτε θέτει σε κίνδυνο ουσιώδη συμφέροντά εθνικής ασφάλειας.

 

Οι αρχές του κράτους έκδοσης που παρίστανται κατά την εκτέλεση της ΕΕΕ στην Ελλάδα δεσμεύονται από την ελληνική νομοθεσία. Δεν διαθέτουν εξουσία εκτέλεσης ερευνητικών μέτρων στην ελληνική επικράτεια, εκτός αν αυτή προβλέπεται στην ελληνική νομοθεσία και έχει συμφωνηθεί μεταξύ των αρχών έκδοσης και εκτέλεσης.

 

 

 

Εναλλακτικά ερευνητικά μέτρα

 

Η αρχή εκτέλεσης έχει τη δυνατότητα επιλογής άλλου ερευνητικού μέτρου από εκείνο που αναφέρεται στην ΕΕΕ, όταν:

 

α) το ερευνητικό μέτρο που αναφέρεται στην ΕΕΕ δεν προβλέπεται στην εσωτερική νομοθεσία, ή

 

β) το ερευνητικό μέτρο που αναφέρεται στην ΕΕΕ δεν προβλέπεται για παρόμοια εσωτερική υπόθεση.

 

Αυτό δεν ισχύει για τα ακόλουθα ερευνητικά μέτρα, τα οποία προβλέπονται κατά το εσωτερικό δίκαιο:

 

α) απόκτηση πληροφοριών ή αποδεικτικών μέσων που βρίσκονται ήδη στην κατοχή των ελληνικών αρχών εκτέλεσης, εφόσον αυτά θα μπορούσαν να έχουν αποκτηθεί στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας ή για τους σκοπούς της ΕΕΕ,

 

β) απόκτηση πληροφοριών που περιέχονται σε βάσεις δεδομένων, τις οποίες τηρούν αστυνομικές ή δικαστικές αρχές και στις οποίες έχει άμεση πρόσβαση η αρχή εκτέλεσης στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας,

 

γ) εξέταση μάρτυρα, θύματος, υπόπτου ή τρίτου διαδίκου στο ελληνικό έδαφος,

 

δ) οποιοδήποτε μη καταναγκαστικό μέτρο κατά την εσωτερική νομοθεσία,

 

ε) ταυτοποίηση προσώπου το οποίο είναι συνδρομητής σε συγκεκριμένο αριθμό τηλεφώνου ή συνδέεται με ορισμένη διεύθυνση IP.

 

Η αρχή εκτέλεσης μπορεί να προσφεύγει σε διαφορετικό ερευνητικό μέτρο από αυτό που προβλέπεται στην ΕΕΕ, όταν αυτό είναι λιγότερο επαχθές και έχει το ίδιο αποτέλεσμα με το ερευνητικό μέτρο που προβλέπεται στην ΕΕΕ. Ηλίας Καραγιαννάκος - Σίνα 9

 

 

 

Λόγοι μη αναγνώρισης ή μη εκτέλεσης

 

Η αναγνώριση ή η εκτέλεση ΕΕΕ απορρίπτεται από την αρχή εκτέλεσης όταν:

 

α) προβλέπεται σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία ασυλία, προνόμιο ή εξαίρεση δικαιοδοσίας ή εκτέλεσης που εμποδίζει την εκτέλεση της ΕΕΕ ή υπάρχουν διατάξεις που ορίζουν ή περιορίζουν την ποινική ευθύνη σχετικά με την ελευθερία του Τύπου και την ελευθερία της έκφρασης σε άλλα μέσα ενημέρωσης που εμποδίζουν την εκτέλεση της ΕΕΕ,

 

β) στη συγκεκριμένη περίπτωση, η εκτέλεση της ΕΕΕ θα έβλαπτε ουσιώδη συμφέροντα εθνικής ασφάλειας ή την πηγή των πληροφοριών ή θα απαιτούσε τη χρήση διαβαθμισμένων πληροφοριών που σχετίζονται με συγκεκριμένες δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών,

 

γ) η ΕΕΕ έχει εκδοθεί στο πλαίσιο διαδικασιών που αναφέρονται στις περιπτώσεις β΄ και γ΄ του άρθρου 5 και το ερευνητικό μέτρο δεν θα επιτρεπόταν σε παρόμοια εσωτερική υπόθεση,

 

δ) η εκτέλεση της ΕΕΕ αντίκειται στην αρχή της απαγόρευσης δίωξης ή ποινικής τιμωρίας δύο (2) φορές για την ίδια αξιόποινη πράξη (ne bis in idem,) Νομικό Κέντρο Εκπαίδευσης

 

ε) η ΕΕΕ αφορά έγκλημα για το οποίο υπάρχουν υπόνοιες ότι τελέσθηκε εκτός του εδάφους του κράτους έκδοσης και εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στο έδαφος της ελληνικής επικράτειας, η δε πράξη για την οποία εκδόθηκε η ΕΕΕ δεν συνιστά έγκλημα στην Ελλάδα,

 

στ) υφίστανται σοβαροί λόγοι να θεωρηθεί ότι η εκτέλεση του ερευνητικού μέτρου που αναφέρεται στην ΕΕΕ θα ήταν ασύμβατη με τις υποχρεώσεις της Ελλάδας σύμφωνα με το άρθρο 6 ΣΕΕ και το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων,

 

ζ) η πράξη για την οποία έχει εκδοθεί η ΕΕΕ δεν συνιστά έγκλημα κατά την εσωτερική νομοθεσία, εκτός αν η αρχή έκδοσης αναφέρει στην ΕΕΕ ότι πρόκειται για έγκλημα του Παραρτήματος Δ΄ για το οποίο απειλείται στο κράτος έκδοσης στερητική της ελευθερίας ποινή με ανώτατο όριο τουλάχιστον τα τρία (3) έτη ή Ηλίας Καραγιαννάκος - Σίνα 9

 

η) η χρήση του ερευνητικού μέτρου περιορίζεται, κατά την εσωτερική νομοθεσία, σε εγκλήματα που τιμωρούνται με ποινή που υπερβαίνει ένα συγκεκριμένο κατώτατο όριο, στα οποία δεν περιλαμβάνεται το έγκλημα που αφορά η ΕΕΕ.

 

 

 

Προθεσμίες για την αναγνώριση ή την εκτέλεση

 

Η έκδοση της απόφασης σχετικά με την αναγνώριση ή την εκτέλεση και η εκτέλεση του ερευνητικού μέτρου, πραγματοποιούνται με την ταχύτητα και προτεραιότητα που αρμόζει σε παρόμοια εσωτερική υπόθεση και σε κάθε περίπτωση εντός των προθεσμιών που ορίζει το παρόν άρθρο.

 

Η απόφαση για την αναγνώριση ή την εκτέλεση ΕΕΕ, εκδίδεται από την αρχή εκτέλεσης το συντομότερο δυνατόν και, με την επιφύλαξη της παραγράφου 5, το αργότερο τριάντα (30) ημέρες μετά την παραλαβή της ΕΕΕ. Ηλίας Καραγιαννάκος

 

Αν δεν συντρέχει λόγος αναβολής ή αν βρίσκονται ήδη στην κατοχή των ελληνικών αρχών αποδεικτικά στοιχεία που αφορούν στο ερευνητικό μέτρο που αναφέρει η ΕΕΕ, η αρχή εκτέλεσης εκτελεί αμελλητί το ερευνητικό μέτρο, με την επιφύλαξη της παραγράφου 5, το αργότερο ενενήντα (90) ημέρες μετά τη λήψη της παραπάνω απόφασης.

 

Όταν σε συγκεκριμένη περίπτωση η αρχή εκτέλεσης δεν μπορεί να τηρήσει τις προθεσμίες των παραγράφων 2 και 3, ενημερώνει αμελλητί την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης με οποιονδήποτε τρόπο, αναφέροντας τους λόγους καθυστέρησης και τον χρόνο που εκτιμά ότι θα χρειαστεί για την έκδοση της απόφασης. Στην περίπτωση αυτή, η προθεσμία της παραγράφου 3 μπορεί να παραταθεί κατά τριάντα (30) ημέρες κατ’ ανώτατο όριο.

 

 

 

Διαβίβαση αποδεικτικών στοιχείων Νομικό Κέντρο Εκπαίδευσης - Ευρωπαϊκό ποινικό

 

Στο πλαίσιο εκτέλεσης της ΕΕΕ, η αρχή εκτέλεσης διαβιβάζει αμελλητί στο κράτος έκδοσης τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκέντρωσε, ή που βρίσκονται ήδη στην κατοχή των αρμόδιων ελληνικών αρχών. Εφόσον ζητείται στην ΕΕΕ και επιτρέπεται σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία, τα αποδεικτικά στοιχεία διαβιβάζονται απευθείας στις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης που συνδράμουν την εκτέλεση της ΕΕΕ, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 11.

 

 

 

Ένδικα μέσα

 

Για ερευνητικά μέτρα για τα οποία εκδίδεται ΕΕΕ, μπορούν να ασκηθούν ένδικα βοηθήματα και ένδικα μέσα που προβλέπονται στην ελληνική νομοθεσία και εντός των προθεσμιών που αντίστοιχα τάσσονται. Ηλίας Καραγιαννάκος

 

Η έκδοση της ΕΕΕ μπορεί να προσβληθεί για ουσιαστικούς λόγους μόνον ενώπιον αρμοδίων αρχών του κράτους έκδοσης, υπό τον όρο τήρησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ελλάδα.

 

Η προθεσμία για την άσκηση ένδικου μέσου είναι ίδια με αυτή που προβλέπεται σε παρόμοια εσωτερική υπόθεση και εφαρμόζεται κατά τρόπο που εγγυάται την αποτελεσματική του άσκηση από τα ενδιαφερόμενα μέρη.

 

Τυχόν νομική αμφισβήτηση δεν αναστέλλει την εκτέλεση του ερευνητικού μέτρου, εκτός αν αυτό προβλέπεται ρητά από το ελληνικό δίκαιο. ΝΟΜΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ - ΣΙΝΑ 9

 

Αν ένδικο μέσο ή βοήθημα κατά της αναγνώρισης ή εκτέλεσης μιας ΕΕΕ γίνει δεκτό, λαμβάνεται υπόψη σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο. Βάσει των εθνικών δικονομικών κανόνων, οι ελληνικές αρχές διασφαλίζουν ότι σε ποινικές διαδικασίες στο κράτος έκδοσης, τα δικαιώματα υπεράσπισης και δίκαιης δίκης γίνονται σεβαστά κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν δυνάμει ΕΕΕ.

 

  

 

 

 

Ποινική ευθύνη υπαλλήλων

 

Κατά το διάστημα που ενεργούν στην Ελλάδα στο πλαίσιο του παρόντος νόμου, οι υπάλληλοι του κράτους έκδοσης θεωρούνται υπάλληλοι κατά την έννοια της περίπτωσης α΄ του άρθρου 13 του Ποινικού Κώδικα, όσον αφορά εγκλήματα που διαπράττονται εις βάρος τους ή από τους ίδιους.

 

 

 

Αστική Ευθύνη Υπαλλήλων

 

Όταν υπάλληλοι κράτους-μέλους ενεργούν στην Ελλάδα στο πλαίσιο του παρόντος νόμου, το κράτος-μέλος από το οποίο προέρχονται υπέχει ευθύνη για παράνομη πράξη ή παράλειψη που τέλεσαν και είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 104 και 105 του ΕισΝΑΚ (α.ν. 2783/1941, Α΄ 29).

 

 

 

Προσωρινή μεταγωγή κρατουμένων στο κράτος έκδοσης για την εκτέλεση ερευνητικού μέτρου

 

 

 

Η ελληνική αρχή έκδοσης εκδίδει ΕΕΕ για την προσωρινή μεταγωγή προσώπου που κρατείται στο κράτος εκτέλεσης, με σκοπό την εκτέλεση ερευνητικού μέτρου για τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων, όταν η παρουσία του στη χώρα κρίνεται αναγκαία. Η προσωρινή μεταγωγή εκτελείται, υπό την προϋπόθεση της επανόδου του μεταχθέντος εντός της οριζόμενης από το κράτος εκτέλεσης προθεσμίας.

 

Η ΕΕΕ της προηγούμενης παραγράφου δεν εκτελείται όταν συντρέχει ένας από τους λόγους του άρθρου 13 ή μία από τις παρακάτω περιπτώσεις: α) ο κρατούμενος δεν συναινεί ή β) η μεταγωγή παρατείνει τον χρόνο κράτησής του. Στην περίπτωση α΄ του προηγούμενου εδαφίου, αν λόγω της ηλικίας ή της πνευματικής ή σωματικής κατάστασης του κρατουμένου κριθεί αναγκαίο από την αρχή εκτέλεσης, παρέχεται στον νόμιμο αντιπρόσωπό του η δυνατότητα διατύπωσης γνώμης σχετικά με την προσωρινή μεταγωγή.

 

 

 

 

 

Εξέταση με εικονοτηλεδιάσκεψη ή άλλου είδους οπτικοακουστική μετάδοση

 

Η αρχή έκδοσης εκδίδει ΕΕΕ για την εξέταση μάρτυρα ή πραγματογνώμονα με εικονοτηλεδιάσκεψη ή άλλου είδους οπτικοακουστική μετάδοση, αν το πρόσωπο αυτό βρίσκεται στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης και κριθεί ότι πρέπει να εξεταστεί ως μάρτυρας ή πραγματογνώμονας από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης, όπως προβλέπεται στις παραγράφους 5 έως 7. ΕΕΕ σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο προηγούμενο εδάφιο εκδίδεται και για την εξέταση υπόπτου ή κατηγορουμένου με εικονοτηλεδιάσκεψη ή με άλλου είδους οπτικοακουστική μετάδοση.

 

Η αρχή εκτέλεσης αρνείται την εκτέλεση ΕΕΕ της προηγούμενης παραγράφου, αν συντρέχει ένας από τους λόγους του άρθρου 13 ή μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

 

α) δεν συναινεί ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος ή

 

β) η εκτέλεση ενός τέτοιου ερευνητικού μέτρου σε συγκεκριμένη υπόθεση αντίκειται στην εσωτερική νομοθεσία.

 

ίδρυμα όπου τηρείται ο λογαριασμός, διαθέτει τα στοιχεία που ζητούνται με την ΕΕΕ.

 

3 συνολικά αντικείμενα

ΝΟΜΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣΠΡΟΓΡΑΜΜΑΦΟΙΤΗΤΕΣΔΙΚΗΓΟΡΟΙΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΕΣΣΧΟΛΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣΝΟΜΙΚΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣΕΜΙΝΑΡΙΑΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ