ΝΟΜΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣΠΡΟΓΡΑΜΜΑΦΟΙΤΗΤΕΣΔΙΚΗΓΟΡΟΙΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΕΣΣΧΟΛΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣΝΟΜΙΚΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣΕΜΙΝΑΡΙΑΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Νομικό Κέντρο Εκπαίδευσης
ΘΕΜΑΤΑ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ
ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
ΝΕΑ ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΓΙΑ ΕΞΑΣΚΗΣΗ
Οκτώβριος, 2015
Νοέμβριος, 2015
Δεκέμβριος, 2015
Φεβρουάριος, 2016
Ιούλιος, 2016
Οκτώβριος, 2016
Ιανουάριος, 2017
Μάρτιος, 2017
Οκτώβριος, 2017
Νομικό Κέντρο Εκπαίδευσης
ΝΟΜΙΚΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
RSS
Θέματα ΠΜΣ Ποινικού Κομοτηνής 2015
23/10/2015 2:41:48 PM
Ποινική Δικονομία

Ο θεσμός της εξαίρεσης των δικαστών :
α) Σε ποιες αρχές στηρίζεται ;
β) Ποιες οι διαφορές με τον αποκλεισμό και ποιες οι δικονομικές τους συνέπειες
γ) Ποιο κριτήριο εφαρμόζεται για τις υπόνοιες ;
δ) Αξιολογείστε το εδ β΄ του ΚΠΔ 15
Θέματα εξετάσεων Πολιτική Δικονομία 2 - Σεπτέμβριος 2015
21/10/2015 1:12:40 PM

ΝΟΜΙΚΗ ΣΧΟΛΗ- Β ΤΟΜΕΑΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Αναπλ. Καθηγητές:  Στ. Πανταζόπουλος, Κ.Πολυζωγόπουλος,  Δ. Τσικρικάς

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ ΙΙ

Δείτε / κατεβάστε τα θέματα εδώ

Θέμα εξετάσεων ΠΜΣ Αθήνας 2015 - Ποινική Δικονομία
21/10/2015 1:07:22 PM

Ο Ηλίας, ο Κίμωνας και ο Παύλος παραπέμπονται με κλητήριο θέσπισμα στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο ως συναυτουργοί κλοπής ενός κινητού τηλεφώνου και καταδικάζονται οι μεν δύο πρώτοι σε ποινή φυλάκισης 5 μηνών, ως κατηγορούνται, ο δε Παύλος για απλή συνέργεια στην κλοπή σε ποινή φυλάκισης 2 μηνών.

Ερώτημα 1ο: Νομίμως καταδικάστηκε ο Παύλος ως απλός συνεργός κλοπής;

Κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης ασκούν έφεση οι Ηλίας και Κίμωνας. Ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου εμφανίζεται συγγενής του Κίμωνα, ο οποίος υποβάλει αίτημα αναβολής καταθέτοντας προφορικά (χωρίς να προσκομίσει σχετική ιατρική πιστοποίηση) ότι την ημέρα της δίκης ο Κίμωνας ήταν κλινήρης στην οικία του με πυρετό. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν δέχεται το αίτημα αναβολής, κατόπιν δε τούτου απορρίπτει την έφεση του Κίμωνα ως ανυποστήρικτη και ακολούθως καταδικάζει τον Ηλία για κλοπή σε ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Ο Κίμωνας την επομένη ημέρα υποβάλει αίτηση ακύρωσης της διαδικασίας του Τριμελούς  Πλημμελειοδικείου επικαλούμενος ιατρικό πιστοποιητικό, που απεδείκνυε ότι την ημέρα της δίκης έπασχε από γρίπη.

Ερώτημα 2ο: Πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση ακυρώσεως της διαδικασίας του Κίμωνα;

Ο Ηλίας ασκεί κατά της καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία γίνεται δεκτή από τον Άρειο Πάγο. Στη μετ’ αναίρεση δίκη ο Ηλίας, αν και κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, δεν εμφανίζεται ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, το οποίο εκδικάζει την υπόθεση και αθωώνει τον Ηλία λόγω αμφιβολιών ως προς την συμμετοχή τους στην κλοπή του κινητού τηλεφώνου. Κατά της αθωωτικής απόφασης ασκεί αναίρεση ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου για υπέρβαση εξουσίας, διότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο έπρεπε να είχε απορρίψει την έφεση του Ηλία ως ανυποστήρικτη.

Ερώτημα 3ο:

Είναι βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως του Εισαγγελέα;.
Θέματα Μεταπτυχιακού Ποινικού Αθήνας 2015 (ειδικό μέρος)
18/10/2015 2:06:37 PM
  1. Μπορεί να τιμωρηθεί για ληστρική κλοπή ο απλός συνεργός κλοπής που καταλαμβάνεται επ’ αυτοφώρω και ασκεί βία προκειμένου ο αυτουργός να διατηρήσει το κλοπιμαίο;

  2. Ο Α υπόσχεται 5.000 ευρώ που απέκτησε με τίμια εργασία στον επαγγελματία μπράβο Β προκειμένου ο τελευταίος να προκαλέσει σωμτικές βλάβες στον Γ. Ο Β παριστά ψευδώς στον Α ότι έδειρε τον Γ και εισπράττει τα χρήματα. Έχει τελέσει απάτη ο Β;

  3. Πώς συρρέει η απάτη με την πλαστογραφία;

  4. Οι Α και Β αποφασίζουν από κοινού να κλέψουν 200.000 ευρώ του Γ και να τα μοιραστούν εξ ίσου. Πώς ευθύνονται;

  5. Πώς διακρίνεται η απάτη από την κλοπή κατά έμμεση αυτουργία;


Ολομ ΑΠ 1/2015: ηπιότερος νόμος, ΚΠΔ 470
11/10/2015 2:56:44 PM

Απόφαση 1 / 2015    (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Κατά το άρθρο 7 παρ. 1 του Συντάγματος: "Έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης". Κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ: "1. Ουδείς δύναται να καταδικασθή διά πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον. Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετo κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος". Κατά το άρθρο 15 του ΔΣΑΠΔ του ΟΗΕ, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997: "Κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή το διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους. Επίσης δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν". Κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, με το οποίο καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξεως μέχρι το χρόνο της αμετακλήτου εκδικάσεως της υποθέσεως, επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, δηλαδή, με βάση τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, επιφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Εάν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, με βάση το αποδιδόμενο σ' αυτόν έγκλημα, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Σύμφωνα δε α) με την αρχή της νομιμότητας (άρθρο 7 του Σ.), β) με την αρχή της ισότητας (άρθρο 4 του Σ.) και γ) με το προαναφερθέν άρθρο 15 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, υπερνομοθετική τυπική ισχύ, καθιερώνεται η αναδρομική εφαρμογή του επιεικέστερου νόμου.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που έχει δεχθεί ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Εξάλλου, από τη διάταξη του αριθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ θεσπίζεται ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίδει ο νόμος. Η υπέρβαση εξουσίας εμφανίζεται υπό την θετική και αρνητική μορφή. Θετική υπέρβαση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας απεφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, ενώ αρνητική, όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 470 εδ. α' του ΚΠΔ, επί ενδίκου μέσου, που ασκήθηκε εναντίον καταδικαστικής απόφασης, από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν επιτρέπεται να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου, με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως, και δη είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχειρίσεως αυτού, δηλαδή κυρίως εάν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ή αν καταδικάζεται για πράξη για την οποία δεν είχε ασκηθεί ποινική δίωξη, ούτε είχε καταδικασθεί στον πρώτο βαθμό (νομική χειροτέρευση), διαπιστούμενη με τη σύγκριση του περιεχομένου των διατακτικών, αφενός της αποφάσεως που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου αυτής που εκδίδεται από το δικαστήριο του ένδικου μέσου. Ωστόσο, δεν υφίσταται υπέρβαση εξουσίας, όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποσαφηνίζει, συμπληρώνει και προσδιορίζει ακριβέστερα, σύμφωνα με τα πορίσματα της ακροαματικής διαδικασίας, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την πράξη, ή όταν, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, προσδίδει στην πράξη τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον αυτός στηρίζεται στα ίδια γεγονότα της ποινικής διώξεως που έχει ασκηθεί, ή όταν διορθώνεται και βελτιώνεται κάποιο ιστορικό στοιχείο, που δεν μεταβάλλει ουσιωδώς την κατηγορία. Κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 περ. β, ζ του ν. 1729/1987, όπως κωδικοποιήθηκε σε νέο άρθρο 20 διά του ν. 3459/2006 (ΚΝΝ), ορίζεται ότι "τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, με κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2.900) μέχρι διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) ευρώ, όποιος, πλην άλλων περιπτώσεων, αγοράζει, αποθηκεύει, κατέχει ή πωλεί σε τρίτους με οποιονδήποτε τρόπο ναρκωτικά". Κατά τις διατάξεις των άρθρων 23 και 23Α του ν. 1729/1987, όπως το πρώτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 και κωδικοποιήθηκε σε νέο άρθρο 23 διά του ν. 3459/2006 (ΚΝΝ) και το δεύτερο προστέθηκε με το άρθρο 10 του ν. 3727/2008, με τίτλο "επιβαρυντικές περιστάσεις", ο οποίος ισχύει από 18-12-2008, ορίζεται ότι "τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή 29.412 μέχρι 588.235 ευρώ, ο παραβάτης των άρθρων 20, 21 και 22, αν είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή ενεργεί με σκοπό να προκαλέσει τη χρήση ναρκωτικών ουσιών από ανηλίκους ή." (23). "Οι προβλεπόμενες για τις πράξεις του πρώτου εδαφίου του άρθρου 23 ποινές επιβάλλονται και όταν η πράξη αφορά μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών" (23Α).

…………….

ΠΚ 237Α : Εμπορία επιρροής – μεσάζοντες
11/10/2015 2:05:27 PM

ΠΚ 237Α : Εμπορία επιρροής – μεσάζοντες. Επεξεργασία για μελέτη της ΑιτιολΕκθ του ν. 4254/2014

 

Με το κη θη του νικι κανονιστική συναργ τον ΟΗΕ) για ανεπαρκ237Α , μεταφέρεται στον ΠΚ η τυποποίηση της εμπορίας επιρροής, η οποία ως αξιόποινη πράξη περιγράφεται μέχρι σήμερα, με μη ομοιόμορφο τρόπο, από τις διατάξεις των ν. 5227/1931«περί μεσαζόντων», 3560/2007 και 3213/2003. Στον τίτλο του νέου άρθρου για λόγους παράδοσης και σύνδεσης με την υφιστάμενη νομολογία του ν. 5227/1931 διατηρήθηκε η λέξη «μεσάζοντες». Υποχρέωση για την ποινικοποίηση της – ήδη παλαιόθεν αξιόποινης κατά το δίκαιό μας – εμπορίας επιρροής ανέλαβε η χώρα μας με το άρθρο 12 της Σύμβασης Ποινικού Δικαίου για τη Διαφθορά του Συμβουλίου της Ευρώπης και με το άρθρο 18 της Σύμβασης του ΟΗΕ για τη Διαφθορά, οι οποίες έχουν κυρωθεί αντίστοιχα με τους νόμους 3560/2007 και 3666/2008.

            Όπως εκτίθεται σχετικά και στην αιτιολογική έκθεση της Σύμβασης Ποινικού Δικαίου για τη Διαφθορά του Συμβουλίου της Ευρώπης, η ποινικοποίηση της εμπορίας επιρροής επιχειρεί να φτάσει στο εγγύτερο περιβάλλον των αξιωματούχων ή των πολιτικών κομμάτων στα οποία αυτοί ανήκουν και να εμποδίσει συμπεριφορές προσώπων που βρίσκονται κοντά στην εξουσία και επιχειρούν να επωφεληθούν από τη θέση τους αυτή συμβάλλοντας στη διαμόρφωση ενός κλίματος διαφθοράς. Επιτρέπει στα κράτη-μέλη να εμποδίσουν την αποκαλούμενη «παρασκηνιακή διαφθορά», ήτοι αυτήν στην οποία δεν εμπλέκονται ευθέως τα πρόσωπα που βρίσκονται σε θέσεις εξουσίας, όμως υποσκάπτει τη εμπιστοσύνη των πολιτών στην χρηστότητα της δημόσιας διοίκησης και δημιουργεί προϋποθέσεις αθέμιτων συναλλαγών.

            Η διατύπωση της διάταξης του νέου άρθρου 237Α ΠΚ ακολουθεί κατά βάση αυτήν του άρθρου 12 της Σύμβασης. Ποινικοποιεί μία τριπρόσωπη (με την έννοια ότι προϋποθέτει τρία πρόσωπα για να λάβει ύπαρξη) και διμερή (με την έννοια ότι υφίσταται μεταξύ δύο εξ αυτών) σχέση διαφθοράς, στην οποία κάποιος, έχοντας πραγματική ή υποτιθέμενη επιρροή σε υπάλληλο, προσφέρει αυτή την επιρροή έναντι ανταλλάγματος σε κάποιον που την επιζητά, με σκοπό ο αρμόδιος φορέας ορισμένης λειτουργίας να επηρεαστεί με αθέμιτο τρόπο ως προς την άσκηση της λειτουργίας του αυτής.

            Το αν η δυνατότητα άσκησης επιρροής πράγματι υφίσταται, αν αυτή πράγματι ασκήθηκε και αν μπορεί να οδηγήσει στο σκοπούμενο αποτέλεσμα, είναι αδιάφορο, όπως διευκρινίζεται και από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 12 της Σύμβασης.

            Το αθέμιτο του επηρεασμού βρίσκεται στη βάση της κυρωτικής λειτουργίας της εν λόγω διατάξεως και είναι το πρωτεύον στοιχείο για τη στοιχειοθέτηση του αδίκου, αφού αυτή δεν επιδιώκει να αποτρέψει γενικά την επ’ αμοιβή υποστήριξη απόψεων ή συμφερόντων, αλλά την υπόσχεση ή αξίωση αμοιβής για προώθηση τέτοιων με επέμβαση στον τρόπο σχηματισμού της βουλήσεως του υπαλλήλου στηριζόμενη σε κριτήρια που βρίσκονται πέρα από τους σκοπούς της δημόσιας υπηρεσίας που αυτός εκτελεί.

            Ο «πωλητής» επιρροής, χωρίς να αποκλείεται το να έχει κι αυτός την ιδιότητα του υπαλλήλου, είναι τρίτος σε σχέση με την υπηρεσιακή ενέργεια την οποία επαίρεται ότι μπορεί ή αναλαμβάνει να επηρεάσει.

            Σε αντίθεση με τη διεύρυνση του κύκλου των ενεργειών του υπαλλήλου που υπάγονται στην τυποποίηση του αδικήματος της δωροδοκίας (προκειμένου να περιληφθούν σε αυτές και τέτοιες που δεν ανάγονται στον στενό κύκλο των ανατεθειμένων στον υπάλληλο αρμοδιοτήτων, αλλά τις οποίες αυτός μπορεί να διαπράξει επ’ ευκαιρία της εκτελέσεως των καθηκόντων του ή επωφελούμενος από τη θέση που κατέχει), στην περίπτωση του αδικήματος της εμπορίας επιρροής η τυποποίηση παραμένει εστιασμένη μόνον σε πράξεις ή παραλείψεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του υπαλλήλου, καθώς τέτοια διεύρυνση δεν περιλαμβάνεται στις σχετικές υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η Ελλάδα με τις Συμβάσεις του ΟΗΕ και του Συμβουλίου της Ευρώπης. Αντιθέτως, η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης αντιλαμβάνεται το αδίκημα ως αναφερόμενο σε επηρεασμό του υπαλλήλου κατά τη λήψη αποφάσεων, πράγμα που προϋποθέτει την ύπαρξη αρμοδιότητας για λήψη των αποφάσεων αυτών.
Πρακτικό Γενικού Ποινικού 1
11/10/2015 1:43:24 PM
Πρακτικό Γενικού Ποινικού 1

 

 
 

Η Α καλεί τη Β στο σπίτι της για καφέ, κάποια στιγμή όμως αλλάζει η διάθεση της και ζητά από τη Β να φύγει. Η Β όμως νομίζει ότι η Α αστειεύεται και μένει. Ερωτάται: (α) Ποιο το αξιόποινο της Β; (β) Διαφοροποιείται η απάντηση, αν είχε συμβεί το αντίθετο: η Α πράγματι αστειευόταν, η δε Β είχε πιστέψει ότι η πρώτη μιλούσε σοβαρά, αλλά παρά ταύτα και πάλι δεν είχε φύγει ;

 

 
 

 

 

 
 

Απάντηση

 

 
 

 

            Στην πρώτη περίπτωση η Β πληροί την αντικειμενική υπόσταση του ΠΚ 334, εφόσον παραμένει στο σπίτι της Α χωρίς τη θέληση της τελευταίας. Δεν το γνωρίζει όμως γιατί νομίζει ότι η φίλη της αστειεύεται. Η Β βρίσκεται σε πραγματική πλάνη, η οποία κατά το ΠΚ 30 § 1 αποκλείει το δόλο της και δεδομένου ότι το ΠΚ 334 δεν τιμωρείται εξ αμελείας, δεν ευθύνεται ποινικά.

            Στη δεύτερη περίπτωση η Β βρίσκεται σε ανάστροφη πραγματική πλάνη, εφόσον νόμιζε (εσφαλμένα) ότι πληρούσε την α.υ. του ΠΚ 334. Η Β ευθύνεται για απρόσφορη απόπειρα του ΠΚ 334 σε συνδ με ΠΚ 43.  

1000 Ερωτήσεις Ποινικού Δικαίου
9/10/2015 10:21:39 PM
ΠΔ 60/2015 : ευεργετικόςυπολογισμός ποινής
9/10/2015 12:18:34 AM
ΠΔ 60/2015 :
«Το μέτρο του ευεργετικού υπολογισμού ημερών ποινής για κατάδικους ή υποδίκους ορίζεται σε τρεις ημέρες εκτιτέας ποινής για κάθε ημέρα εργασίας τους α) σε αγροτική ή κτηνοτροφική μονάδα Αγροτικού Καταστήματος Κράτησης ή Ειδικού Αγροτικού Καταστήματος Κράτησης Νέων, β) σε συνεργεία οικοδομικών και τεχνικών εργασιών, που συγκροτούνται εκτάκτως και για συγκεκριμένο έργο σε οποιοδήποτε Κατάστημα Κράτησης, ακόμη και διαφορετικό αυτού στο οποίο κρατούνται, ή σε άλλα δημόσια κτίρια και γ) στο αρτοποιείο της προβλεπόμενης από το άρθρο 104 του από 28−30.9.1935 Ν.δ/τος «περί οργανώσεως σωφρονιστικού προσωπικού και διαχειρίσεως φυλακών» Κεντρικής Αποθήκης Υλικού Φυλακών»
Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας - Σεπτέμβριος 2015
8/10/2015 11:58:03 PM

ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Αθήνα, 24/9/2015

1.       Η Τράπεζα Τ χορήγησε στην ανώνυμη εταιρία Α δάνειο μονοετούς διάρκειας (ΑΚ806) ποσού 80.000€. Για την παροχή του δανείου αξίωσε και έλαβε την προσωπική εγγύηση του φορέως της εταιρίας Φ και του επί πολλά έτη απασχολούμενου σ’ αυτή υπαλλήλου Υ (ΑΚ 847). Μετά τη συμπλήρωση του έτους η Τ αξίωσε την επιστροφή του δανείου εντόκως από όλους τους ενεχόμενους με σχετικό εξώδικο έγγραφό της. Επειδή δεν υπήρξε ανταπόκριση, η Τ άσκησε ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου αγωγή κατά της Α με την οποία ζητούσε να καταδικασθεί στην καταβολή του ποσού των 80.000€ πλέον τόκων. Με τις προτάσεις της η Α ζήτησε την απόρριψη της αγωγής. Υποστήριξε ότι η αγωγή ήταν απορριπτέα ως αόριστη ή νόμω αβάσιμη γιατί στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφερόταν ότι η σύμβαση δανείου είχε καταρτισθεί εγγράφως. Επικουρικώςς προέβαλε τον ισχυρισμό της εξοφλήσεως μέσω της παραδόσεως στην Τ και εισπράξεως εκ μέρους της επιταγών πελατείας της (δηλαδή της Α). Συγκεκριμένα, πελάτες της Α είχαν εκδώσει σε διαταγή αυτής επιταγές ποσού 90.000€ από πωλήσεις προϊόντων της Α προς αυτούς και τις οποίες επιταγές σύμφωνα με την πρακτική η Α μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην Τ προς εξασφάλιση της απαιτήσεως από το δάνειο (ενεχυρίαση). Η Τ δεν  αρνήθηκε την ενεχυρίαση των επιταγών, υποστήριξε όμως ότι οι επιταγές δεν εισπράχθηκαν γιατί δεν υπήρχαν διαθέσιμα στους λογαριασμούς των εκδοτών, ώστε η απαίτησή της από το δάνειο να εξακολουθεί υφιστάμενη.

Το Δικαστήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως εξέτασε ένα μάρτυρα από κάθε πλευρά για το θέμα της εξοφλήσεως ενώ αντιπαρήλθε σιγή τον ισχυρισμό της Α για την πλημμέλεια του δικογράφου της αγωγής. Με πρωτοβουλία του το Δικαστήριο και παρά την αντίθεση αμφοτέρων των διαδίκων εξέτασε και τους νομίμους εκπροσώπους της Τ και της Α που παρίσταντο στο ακροατήριο. Από την εξέταση των μαρτύρων και των νομίμωμν εκπροσώπων των διαδίκων δε μπόρεσε να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για τον ισχυρισμό της Α περί εξοφλήσεως. Λόγω της μη υπάρξεως άλλων αποδεικτικών μέσων εξέδωσε απόφαση που έκανε δεκτή την αγωγή. Η απόφαση κατέστη τελεσίδικη λόγω μη ασκήσεως εφέσεως από την Α καίτοι η απόφαση επιδόθηκε νομίμως σε αυτήν.

Παράλληλα, ο Υ άσκησε στο αρμόδιο Δικαστήριο αγωγή κατά της Τ με αίτημα να κηρυχθεί η ακυρότητα της συμβάσεως εγγυήσεως λόγω πλάνης για το περιεχόμενο της δηλώσεως βουλήσεως του. Εκδόθηκε απόφαση που απέρριψε την αγωγή για ουσιαστικούς λόγους. Μετά την τελεσιδικία  ο Υ ασκεί νέα αγωγή κατά της Τ με αίτημα να αναγνωριστεί η ακυρότητα της εγγυήσεως, αυτή τη φορά, λόγω αντιθέσεως της σχετικής συμβάσεως στα χρηστά ήθη (ΑΚ178). Ισχυρίσθηκε ότι ως εργαζόμενος δεν είχε κανένα λόγο να παράσχει την εγγύηση, δεν είχε ίδια περιουσιακά στοιχεία για να ανταποκριθεί στην αναληφθείσα υποχρέωση και ότι η εγγύηση του ζητήθηκε από την Τ για λόγους πιέσεως προς την Α και τον Φ. Η Τ αντέταξε με τις προτάσεις της ότι η αγωγή ήταν προεχόντως απορριπτέα λόγω υπάρξεως δεδικασμένου από την προηγούμενη απόφαση για την πλάνη. Με την απόφαση αυτή κρίθηκε αμετακλήτως το κύρος της συμβάσεως εγγυήσεως. Κατά τους ισχυρισμούς της Τ αν ο Υ μπορούσε να ασκεί κάθε τόσο αγωγή με την οποία θα αμφισβητεί για διαφορετικό κάθε φορά λόγο την εγκυρότητα της συμβάσεως εγγυήσεως, δεν θα μπορούσε ποτέ να περατωθεί δικαστικώς με οριστικό τρόπο μια υπόθεση.

Εν τω μεταξύ η Τ μετά από προσπάθειες εντόπισε ένα αυτοκίνητο της Α, αξίας 30.000€, το οποίο μετά την τήρηση της προδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως (924, 926 ΚπολΔ) αφαίρεσε από την Α προς το σκοπό της μερικής ικανοποιήσεως της απαιτήσεως της. Επίσης η Τ προσπάθησε να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση κατά του Φ με βάση την τελεσίδικη απόφαση των αρμοδίων οργάνων αναγκαστικής εκτελέσως να συμπράξουν στη δρομολόγηση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως κατά του Φ που την θεωρούν μη νόμιμη.

Ερωτάται:

i)        Είναι ορθή η απόφαση του Δικαστηρίου στη δίκη μεταφύ της Τ και της Α ενόψει του αποτελέσματος της αποδεικτικής διαδικασίας;

ii)   Ορθώς δεν ασχολήθηκε το Δικαστήριο με τον έτερο ισχυρισμό της Α για την πλημμέλεια του δικογράφου;

iii) Παραδεκτώς εξέτασε το Δικαστήριο τους εκπροσώπους των διαδίκων κατά την αποδεικτική διαδικασία ενόψει και της αντιθέσεως των διαδίκων;

iv) Νομίμως αφαίρεσε η Τ το αυτοκίνητο της Α προς ικανοποίηση της απαιτήσεως της; Είναι βάσιμοι οι ισχυρισμοί της Τ για ύπαρξη δεδικασμένου σε σχέση με τη δεύτερη δίκη μεταξύ Τ και Υ από την πρώτη τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε στη δίκη μεταξύ Τ και Υ;

v)   Νομίμως αρνήθηκαν να συμπράξουν τα όργανα εκτελέσως στο αίτημα της Τ για επίσπευση εκτελέσεως κατά του Φ;

ΔΟΑΤΑΠ Κομοτηνή Οκτώβριος 2015
8/10/2015 11:50:35 PM

ΔΟΑΤΑΠ Κομοτηνή Οκτώβριος 2015
ΘΕΜΑΤΑ Ποινικού Δικαίου-Ποινικής Δικονομίας

1. Ποια είναι η έννοια του υπαλλήλου στον ΠΚ ;

 

2. Η αρχή της αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων

ΔΟΑΤΑΠ Κομοτηνή - Μάιος 2015
8/10/2015 11:50:00 PM
ΔΟΑΤΑΠ  Κομοτηνής Μάιος 2015

ΘΕΜΑΤΑ Ποινικού Δικαίου-Ποινικής Δικονομίας

1 ) Είδη συμμετοχής με τη στενή έννοια του όρου. Αντικειμενικές και υποκειμενικές προυποθέσεις.

2 ) Ποιες είναι οι πηγές της  ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης και ποιες οι συνέπειες της ύπαρξής τους.

3 ) Ποιος κινεί την ποινική δίωξη; (κανόνας – εξαίρεση)

4 ) Αρχή της δίκαιης δίκης και πρακτική της σημασία.

ΔΟΑΤΑΠ Αθήνα - Φεβρουάριος 2015
8/10/2015 11:48:53 PM

ΔΟΑΤΑΠ  Αθήνα 2/2/2015
Κλιμάκιο: Δημάκης Μυλωνόπουλος

ΘΕΜΑΤΑ Ποινικού Δικαίου-Ποινικής Δικονομίας

Γενικό Μέρος Ποινικού Δικαίου

  1. Επιτρέπεται άμυνα υπέρ τρίτου όταν ο δεχόμενος την επίθεση αντιτίθεται στη βοήθεια;

  2. Τι πρέπει να περιέχει ο ρόλος του ηθικού αυτουργού;

  3. Πώς τιμωρείται η συμμετοχή στα εκ του αποτελέσματος διακρινόμενα εγκλήματα;

Ειδικό μέρος Ποινικού Δικαίου

  1. Στοιχειοθετείται απάτη όταν η παροχή του πλανηθέντος αντισταθμίζεται από ίσης αξίας αντιπαροχή;

  2. Πότε στοιχειοθετείται ιδιοποίηση στην υπεξαίρεση;

  3. Είναι δυνατή η νόθευση γνησίου εγγράφου από τον εκδότη του;

Ποινική Δικονομία

  1. Πότε συντρέχει απόλυτη ακυρότητα;

  2. Ποιες οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου;

Υπό ποιες προϋποθέσεις διατάσσεται προσωρινή κράτηση;

Γενικό Ποινικό - Φεβρουάριος 2015
8/10/2015 11:47:49 PM
ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2015
ΓΕΝΙΚΟ ΠΟΙΝΙΚΟ

            Κλιμάκιο: Α

  1. Εννοιολογικά στοιχεία της παράλειψης ως αξιόποινη πράξη;

  2. Ο Α επιχειρεί να εισέλθει σε αρχαιολογικό μουσείο το οποίο ήταν κλειστό με σκοπό να κλέψει πολύτιμο αρχαιολογικό έκθεμα.  Ο Β διερχόμενος τον βλέπει και μην έχοντας άλλο τρόπο να τον εμποδίσει τον πυροβολεί στα πόδια και τον τραυματίζει.Πώς ευθύνεται ο Β;

    Κλιμάκιο Β'
     

  1. Απόπειρα συνέργειας τιμωρείται;

  2. Ποιες οι έννομες συνέπειες όταν ο δράστης αγνοεί τον άδικο χαρακτήρα της πράξης και παραδείγματα.

  3. Τι περιλαμβάνει η πρόθεση στο εκ δόλου μη γνήσιο έγκλημα παραλείψεως;

  4. Ποια η έννοια της συνάφειας κινδύνου στο εξ αμελείας έγκλημα αποτελέσματος; 
Ποινική Δικονομία - Φεβρουάριος 2015
8/10/2015 11:37:44 PM

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2015
ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ
Α ΚΛΙΜΑΚΙΟ

1.  Αρχή της νομιμότητας

 

2. Διενεργείται κύρια ανάκριση για κακουργηματική απάτη. Ο Ανακριτής καλεί σε απολογία μόνο τον κατηγορούμενο Α και δεν καλεί τον κατηγορούμενο Β. Περατώνει την ανάκριση. Ο Εισαγγελέας εισάγει την υπόθεση στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, το οποίο παραπέμπει τους δύο κατηγορούμενους σε δίκη.
Ο Β ασκεί έφεση κατά του βουλεύματος για:
α) Κακή εκτίμηση των αποδείξεων, β) Δεν απολογήθηκε, γ) Η παραπομπή του στηρίχτηκε μόνο στην ομολογία του Α.
Τι θα αποφανθεί το δευτεροβάθμιο;

Στη δίκη εμφανίζεται η παθούσα και δηλώνει παράσταση πολιτικής αγωγής για υποστήριξη της κατηγορίας μου. Γίνεται;

Ειδικό Ποινικό Φεβρουάριος 2015
8/10/2015 11:37:44 PM

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2015

ΕΙΔΙΚΟ ΠΟΙΝΙΚΟ

Κλιμάκιο: ΛΙΒΟΣ ΔΗΜΑΚΗΣ

1Α) Ο Α απλός υπάλληλος μιας εταιρίας Ε μη δικαιούμενος γράφει μια βεβαίωση/δήλωση ότι η εταιρία οφείλει ένα ποσό στο Ζ για εργασίες  συντήρησης  που είχε κάνει σ’αυτήν. Ο Α υπογράφει με το όνομά του και βάζει και τη σφραγίδα της  Ε. Αυτή το έγγραφο το δίνει στον  Ζ για να το χρησιμοποιεί ο Ζ για μια ψευδή αγωγή κατά της Ε. Αξιόποινο του Α.

1Β) Ο Α μπαίνει στο κοσμηματοπωλείο του Β για να αφαιρέσει κοσμήματα. Αφού τα παίρνει, βγαίνει έξω βλέπει το Δ (περαστικό) και νομίζει ότι κατάλαβε τι έγινε και ότι θέλει να του πάρει τα κοσμήματα. Ο Α τον χτυπά και τον αφήνει αναίσθητο. Αξιόποινο Α.

2α) Ο Α μέλος σ’ ένα σωματείο αναρτά ανακοίνωση «κάποια μέλη όπως ο Β έχουν εξαχριωθεί ηθικά και αντί να εκτελούν με συνέπεια τα μαθήματα τους τα παραβιάζουν και εξευτελίζουν το σωματείο». Για τον Β υπάρχουν και κάποιες αληθείς καταγγελίες για καθυστέρηση προσέλευσης και για κάποιους φακέλους. Αξιόποινο Α.

2β) Ο Α χτυπά υπαιτίως τον Β, τον εγκαταλείπει και φεύγει. Ο Β αιμόφυρτος και τραυματισμένος. Ο Γ ο οποίος τα είδε όλα δεν έκανε τίποτα. Ο περαστικός Δ τελικά τον έσωσε. Αξιόποινο των Α και Γ.

3α) Ο Α θόλωσε μετά την προσβολή του Β και του χτύπησε με δύναμη στο θώρακα. Τελικά έζησε

3β) Ο Α απείλησε τον εργοδότη του Β ότι θα δημοσιεύσει γυμνές φωτογραφίες του Β αν δεν του κάνει αύξηση.
16 συνολικά αντικείμενα

ΝΟΜΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣΠΡΟΓΡΑΜΜΑΦΟΙΤΗΤΕΣΔΙΚΗΓΟΡΟΙΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΕΣΣΧΟΛΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣΝΟΜΙΚΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣΕΜΙΝΑΡΙΑΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ