ΝΟΜΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣΠΡΟΓΡΑΜΜΑΦΟΙΤΗΤΕΣΔΙΚΗΓΟΡΟΙΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΕΣΣΧΟΛΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣΝΟΜΙΚΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣΕΜΙΝΑΡΙΑΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Νομικό Κέντρο Εκπαίδευσης
ΘΕΜΑΤΑ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ
ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
ΝΕΑ ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΓΙΑ ΕΞΑΣΚΗΣΗ
Οκτώβριος, 2015
Νοέμβριος, 2015
Δεκέμβριος, 2015
Φεβρουάριος, 2016
Ιούλιος, 2016
Οκτώβριος, 2016
Ιανουάριος, 2017
Μάρτιος, 2017
Οκτώβριος, 2017
Φεβρουάριος, 2018
Νομικό Κέντρο Εκπαίδευσης
Υποδειγμα επίλυσης θέματος επάρκειας - Πολιτική Δικονομία
ΘΕΜΑ

Οι  Α,  Β  και   Γ  φέρονται  ως  συγκύριοι  ενός  ακινήτου,  που   βρίσκεται   στην Κόρινθο, αξίας  300.000 Ευρώ,  το οποίο απέκτησαν, μαζί  με  άλλα  περιουσιακά στοιχεία,   ως  ες αδιαθέτου κληρονόμοι  του  πατέρα  τους  Π,  κατοίκου Πάτρας κατά   το  χρόνο  του  θανάτου  του.   Ο  Α  ασκεί   κατά   των  Β  και   Γ  αγωγή  στο

Πολυμελές Πpωτοδικείο Κορίνθου, με  αίτημα τη διανομη του ακινήτου. Οι Α, Β και  Γ κατέθεσαν στη γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου εμπρόθεσμα  προτάσεις και  προσκόμισαν όλα  τα αποδεικτικά μέσα  και  τα διαδικαστικά  έγγραφα   που   επικαλέστηκαν  με   αυτές,   κατ '   άρθρο   237   §   1

ΚΠολΔ.  Με  τις  προτάσεις τους:  α)  Ο  Β ισχυρίζεται ότι  ο  Π συνέταξε  την  από

1.1.2015  ιδιόγραφη  διαθήκη,  με   την   οποία   των   εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο, με  συνέπεια να είναι  ο μόνος κύριος του ακινήτου·  β) ο Γ ομολογεί την ιστορική βάση της αγωγής.

Ερωτάται:   α)  Είναι   το  δικαστήριο  κατά   τόπον   και   καθ’ ύλην   αρμόδιο προς

εκδίκαση   της    αγωγής;    β)   Τι   θα    αποφασίσει  το   δικαστήριο   ενόψει    των αποκλινόντων   ισχυρισμών  των   συνεναγομένων;  γ)   Ποιος    φέρει    το   βάρος αποδείξεως του  ισχυρισμού του  Β;  δ)  Μπορεί  ο  Α με  την  προσθήκη   επί  των προτάσεων να ισχυρισθεί ότι η από  1.1.2015 διαθήκη του Π είναι  άκυρη λόγω ελλείψεως  συνειδήσεως   των  πραττομένων;  ε)  Θα  είχε   ασκηθεί  παραδεκτά η αγωγη  διανομής εάν είχε  στραφεί  μόνο  κατά  του Β; Εάν  όχι,  πώς θα μπορούσε να θεραπευθεί το ελάττωμά της;


ΑΠΑΝΤΗΣΗ

 

α. Από τις διατάξεις των άρθρων 9, 10, 11 και 14 επ.  ΚΠολΔ συνάγεται ότι η καθ’ ύλην αρμοδιότητα ενός δικαστηρίου καθορίζεται από την αξία του αντικειμένου της διαφοράς κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής. Ο καθορισμός αυτός γίνεται από το δικαστήριο με ελεύθερη κρίση για τη διαμόρφωση της οποίας λαμβάνεται υπόψη το αίτημα της αγωγής. Ειδικότερα, στην περίπτωση του άρθρου 11 περ. 5 ΚΠολΔ για τη δίκη διανομής, κρίσιμη είναι -ακόμη και όταν υφίσταται ενεργητική ή παθητική ομοδικία- η συνολική αξία του ακινήτου και όχι το ιδανικό μερίδιο συγκυριότητας του ενάγοντα ή κάθε εναγομένου, ακόμη και όταν η διανομή αφορά μεμονωμένο κληρονομιαίο ακίνητο. Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη ότι προσδιοριστικό στοιχείο της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του δικαστηρίου είναι η αξία του όλου υπό διανομή αντικειμένου, εν προκειμένω καθ’ ύλην αρμόδιο είναι δυνάμει του αρ. 18 ΚΠολΔ το Πολυμελές Πρωτοδικείο. Περαιτέρω, για τον προσδιορισμό της κατά τόπον αρμοδιότητας εφαρμοστέα τυγχάνει η διάταξη του αρ. 29 ΚΠολΔ της δωσιδικίας του τόπου του ακινήτου, σύμφωνα με την οποία κατά τόπον αρμόδιο για τη διανομή ενός από περισσότερα κληρονομιαία στοιχεία είναι το δικαστήριο του τόπου, όπου βρίσκεται το ακίνητο. Συνεπώς το Πολυμελές Πρωτοδικείου Κορίνθου είναι καθ’ύλην και κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο για την υπό κρίση αγωγή διανομής. Νομικό Κέντρο Εκπαίδευσης – Σίνα 9

 

β. Σύμφωνα με το αρ. 77 ΚΠολΔ στις περιπτώσεις αναγκαστικής ομοδικίας του αρ. 76 ΚΠολΔ, αν οι ομόδικοι προτείνουν αντιφατικούς ισχυρισμούς, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την επιρροή τους στη διαδικασία και στην απόφαση και μπορεί να καθορίσει τα αποτελέσματά τους, χωριστά για κάθε ομόδικο, εφόσον το επίδικο δικαίωμα είναι διαιρετό. Λαμβάνοντας υπόψη ότι στην περίπτωση αγωγής διανομής οι εναγόμενοι συνδέονται με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας (τρίτη περίπτωση αναγκαστικής ομοδίκίας κατ αρ. 76 και 478 ΚΠολΔ- κοινή παθητική νομιμοποίηση),  εν προκειμένω ο αναγκαίος ομόδικος Β αρνείται αιτιολογημένα κατ’ αρ. 261 ΚπολΔ την ιστορική βάση της αγωγής διανομής και συγκεκριμένα το προδικαστικό ζήτημα της ύπαρξης συγκυριότητας, ενώ ο ομόδικος Γ ομολογεί δικαστικά κατ’ αρ. 352 παρ. 1 ΚΠολΔ την ιστορική βάση της αγωγής, το δε δικαστήριο θα εκτιμήσει ελεύθερα τους ισχυρισμούς των δύο ομοδίκων.

γ. Μεταξύ των αναγκαίων στοιχείων της ιστορικής βάσης της αγωγής διανομής κατ’ αρ. 216 ΚπολΔ και 799 ΑΚ,  είναι η ύπαρξη συγκυριότητας ενάγοντα και εναγομένων (άρθρο 1113 ΑΚ) καθώς και το ακριβές ποσοστό της μερίδας του καθενός επί του κοινού πράγματος. Έτσι, εάν κάποιος εκ των εναγομένων ισχυρισθεί ότι είναι αποκλειστικός κύριος του επίκοινου ακινήτου, πρέπει να εξετασθεί ο χρόνος που θεμελιώνει το δικαίωμά του αυτό, δηλαδή εαν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν πλήρη κυριότητά του επί του ακινήτου είναι προγενέστερα ή σύγχρονα αυτών που δομούν τη συγκυριότητα ή μεταγενέστερα αυτής. Εφόσον είναι προγενέστερα, ο ισχυρισμός του εναγόμενου θεωρείται αιτιολογημένη άρνηση, ενώ αν είναι μεταγενέστερα, πρόκειται για καταχρηστική ένσταση. Εν προκειμένω, ο Β ισχυρίζεται παραδεκτά με τις προτάσεις του ότι είναι αποκλειστικός κύριος του ακινήτου, το δε δικαίωμα πλήρους κυριότητάς του το στηρίζει σε καθολική εκ διαθήκης διαδοχή. Επομένως,  λαμβάνοντας υπόψη ότι πρόκειται για αιτιολογημένη άρνηση του εναγομένου, ο ενάγων Α βάσει του αρ. 338 ΚπολΔ περί του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, οφείλει να επικαλεστεί τα αναγκαία γεγονότα που θεμελιώνουν την συγκυριότητα.

δ. Σύμφωνα με το αρ. 237 παρ. 2 « Νέοι ισχυρισμοί με την προσθήκη μπορούν να προταθούν  [...] μόνο για αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις», αλλιώς απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Εν προκειμένω ο Α με την προσθήκη προτείνει για πρώτη φορά την καταχρηστική ένσταση ακυρότητας της διαθήκης λόγω έλλειψης συνείδησης των πραττομένων (ΑΚ 131), η οποία προτείνεται παραδεκτά, καθώς αποτελεί αντίκρουση της άρνησης του αντιδίκου του Β.

ε. Η αγωγή διανομής έχει διαπλαστικό αίτημα και αποσκοπεί στη λύση της κοινωνίας του δικαιώματος συγκυριότητας των Α, Β και Γ. Σύμφωνα με το αρ. 478 ΚΠολΔ προβλέπεται η παθητική νομιμοποίηση στην αγωγή διανομής και ειδικότερα ορίζεται ότι η αγωγή διανομής πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των κοινωνών, αλλιώς η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Επομένως απευθείας εκ του νόμου ορίζονται ως παθητικώς νομιμοποιούμενοι όλοι οι κοινωνοί – κατ’ ακριβολογία, οι υπόλοιποι πέραν των εναγόντων- οι οποίοι συνδέονται με δεσμό αναγκαίας ομοδικίας λόγω της τρίτης  περίπτωσης  του άρθρου 76§1 ΚΠολΔ. Ωστόσο, γίνεται πάγια δεκτό ότι η κήρυξη του απαραδέκτου από το δικαστήριο της αγωγής αποτρέπεται μέσω της προσεπίκλησης του μη εναχθέντος κοινωνού, υπό την ιδιότητα του αναγκαίου ομοδίκου (άρθρο 86 ΚΠολΔ) και με τη μορφή της επιγενόμενης αναγκαστικής ομοδικίας του προσεπικληθέντος αναγκαίου ομοδίκου  θεραπεύεται το απαράδεκτο.

 

Νίκη Κόλλια

Νομικό Κέντρο Εκπαίδευσης


<< Πίσω Προσθήκη Νέου Σχολίου
0 συνολικά αντικείμενα
Προσθήκη Νέου Σχολίου
όνομα*
Τίτλος*
Σχόλιο*
Παρακαλώ πληκτρολογήστε τον κωδικό επιβεβαίωσης που βλέπετε στην εικόνα*
Ανανέωση της εικόνας

ΝΟΜΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣΠΡΟΓΡΑΜΜΑΦΟΙΤΗΤΕΣΔΙΚΗΓΟΡΟΙΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΕΣΣΧΟΛΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣΝΟΜΙΚΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣΕΜΙΝΑΡΙΑΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ