ΝΟΜΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣΠΡΟΓΡΑΜΜΑΦΟΙΤΗΤΕΣΔΙΚΗΓΟΡΟΙΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΕΣΣΧΟΛΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣΝΟΜΙΚΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣΕΜΙΝΑΡΙΑΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Νομικό Κέντρο Εκπαίδευσης
ΘΕΜΑΤΑ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ
ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
ΝΕΑ ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΓΙΑ ΕΞΑΣΚΗΣΗ
Οκτώβριος, 2015
Νοέμβριος, 2015
Δεκέμβριος, 2015
Φεβρουάριος, 2016
Ιούλιος, 2016
Οκτώβριος, 2016
Ιανουάριος, 2017
Μάρτιος, 2017
Οκτώβριος, 2017
Φεβρουάριος, 2018
Νομικό Κέντρο Εκπαίδευσης
Αναίρεση κατά εκκλητής απόφασης από ΕισΑΠ - προθεσμία πριν και μετά το ν 4274/2014 ... ΑΠ 185/2015

….

αν δεν ορίζεται διαφορετικά σ' αυτόν, ο νέος δικονομικός νόμος διέπει το διαδικαστικό μέρος της ποινικής δίκης, που συντελείται μετά τη θέσπισή του, και όχι και τις διαδικαστικές πράξεις που είχαν ήδη συντελεστεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του (ΟλΑΠ 390/1992). Από αυτά παρέπεται ότι το επιτρεπτό του ενδίκου μέσου και οι σχετικές πλημμέλειες της απόφασης ή του βουλεύματος, για τις οποίες παρέχεται η άσκησή του, κρίνονται με βάση τον νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης ή έκδοσης του βουλεύματος (ΟλΑΠ 1282/1992), το δε παραδεκτό του ενδίκου μέσου, δηλαδή η συνδρομή των όρων νομότυπης και εμπρόθεσμης άσκησής του, κρίνεται με βάση τον νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο άσκησης αυτού.

 

Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠΔ, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 (άρθρο 483 παρ. 3), δηλαδή μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από τη δημοσίευση της απόφασης. Επίσης, κατά το άρθρο 504 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση (ανέκκλητης) και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε μετά από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (τελεσίδικης).

 

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, επομένως και αυτής που, όπως απαγγέλθηκε, προσβάλλεται με έφεση (εκκλητή) μέσα στην άνω μηνιαία προθεσμία (Ολ ΑΠ 3 και 4/2000) και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

 

Εξάλλου, κατά το άρθρο 473 παρ. 3 εδ. α' ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν έχει καμία έννομη σημασία η τυχόν καταχώρηση στο σχετικό βιβλίο ποινικής απόφασης, η οποία, όπως απαγγέλθηκε, δεν είναι εκκλητή, αλλά υπόκειται σε έφεση, και δεν είναι, γι' αυτόν τον λόγο, καταχωρητέα στο ειδικό βιβλίο.

 

Συνεπώς, υπό το νομικό καθεστώς που ίσχυε πριν από τη θέσπιση του ν. 4274/2014, η προαναφερόμενη μηνιαία προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά απόφασης, η οποία, όπως απαγγέλθηκε, είναι εκκλητή, αρχίζει από τη δημοσίευσή της, και όχι από την τυχόν καταχώρησή της στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 εδ. α' ΚΠΔ, η οποία προβλέπεται αποκλειστικά για τις τελεσίδικες αποφάσεις (ΟλΑΠ 3-4/2000).

 

Το δικονομικό καθεστώς αυτό μεταβλήθηκε μετά τη θέσπιση του ν. 4274/2014 (ΚΠΔ 473 : «Στο ειδικό αυτό βιβλίο καταχωρούνται καθαρογραμμένες και οι αποφάσεις των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, που, όπως απαγγέλθηκαν, προσβάλλονται με έφεση, εφόσον το ζητήσει ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Η προθεσμία για την άσκηση αίτησης αναίρεσης από τον εισαγγελέα αρχίζει από την καταχώρηση αυτή, η οποία γίνεται εντός δύο μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης» ). Έτσι, με τη διάταξη αυτή, στην οποία δεν έχει προσδοθεί ρητά αναδρομική ισχύς, εναρμονίστηκε, ως προς την αφετηρία της, η προθεσμία που έχει ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου για άσκηση αναίρεσης κατά εκκλητών αποφάσεων με εκείνη που ισχύει για άσκηση αναίρεσης κατά τελεσιδίκων αποφάσεων. Η εισαγόμενη διάταξη, ως νεότερη δικονομική ρύθμιση, σύμφωνα και με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις ως προς το ατέλεστο (μόνο) διαδικαστικό μέρος τους, αφού δεν ορίζεται διαφορετικά σ' αυτή, δηλαδή ότι ισχύει αναδρομικά και για τις διαδικαστικές πράξεις που έχουν τελεστεί.

Συνακολούθως, αίτηση αναίρεσης που είχε ήδη ασκήσει ο Εισαγγελέας του Αρείου κατά εκκλητής απόφασης πριν αρχίσει να ισχύει ο ν. 4274/2014 (από 14/7/2014) δεν καταλαμβάνεται από τη νεότερη δικονομική ρύθμιση και, συνεπώς, τα στοιχεία του παραδεκτού αυτής, στα οποία εμπίπτει και η εμπρόθεσμη άσκησή της, θα κριθούν από το προγενέστερο δικονομικό καθεστώς του χρόνου άσκησής της, κατά το οποίο αφετηρία για την κίνηση της σχετικής μηνιαίας προθεσμίας είναι η δημοσίευση της απόφασης (και όχι η τυχόν καταχώρησή της στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 εδ. α' ΚΠΔ, η οποία δεν έχει καμία έννομη σημασία). Εάν δε η σχετική αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την παρέλευση ενός μήνα από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή είναι εκπρόθεσμη και, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 εδ. α ΚΠΔ, απορρίπτεται από τον Άρειο Πάγο (σε Συμβούλιο) ως απαράδεκτη.

 

 

<< Πίσω Προσθήκη Νέου Σχολίου
0 συνολικά αντικείμενα
Προσθήκη Νέου Σχολίου
όνομα*
Τίτλος*
Σχόλιο*
Παρακαλώ πληκτρολογήστε τον κωδικό επιβεβαίωσης που βλέπετε στην εικόνα*
Ανανέωση της εικόνας

ΝΟΜΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣΠΡΟΓΡΑΜΜΑΦΟΙΤΗΤΕΣΔΙΚΗΓΟΡΟΙΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΕΣΣΧΟΛΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣΝΟΜΙΚΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣΕΜΙΝΑΡΙΑΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ