ΝΟΜΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣΠΡΟΓΡΑΜΜΑΦΟΙΤΗΤΕΣΔΙΚΗΓΟΡΟΙΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΕΣΣΧΟΛΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣΝΟΜΙΚΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣΕΜΙΝΑΡΙΑΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Νομικό Κέντρο Εκπαίδευσης
ΘΕΜΑΤΑ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ
ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
ΝΕΑ ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΓΙΑ ΕΞΑΣΚΗΣΗ
Οκτώβριος, 2015
Νοέμβριος, 2015
Δεκέμβριος, 2015
Φεβρουάριος, 2016
Ιούλιος, 2016
Οκτώβριος, 2016
Ιανουάριος, 2017
Μάρτιος, 2017
Οκτώβριος, 2017
Νομικό Κέντρο Εκπαίδευσης
ΘΕΜΑΤΑ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ
RSS
ΘΕΜΑΤΑ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ
Υποδειγμα επίλυσης θέματος επάρκειας - Πολιτική Δικονομία
28/10/2017 2:54:07 PM
ΘΕΜΑ

Οι  Α,  Β  και   Γ  φέρονται  ως  συγκύριοι  ενός  ακινήτου,  που   βρίσκεται   στην Κόρινθο, αξίας  300.000 Ευρώ,  το οποίο απέκτησαν, μαζί  με  άλλα  περιουσιακά στοιχεία,   ως  ες αδιαθέτου κληρονόμοι  του  πατέρα  τους  Π,  κατοίκου Πάτρας κατά   το  χρόνο  του  θανάτου  του.   Ο  Α  ασκεί   κατά   των  Β  και   Γ  αγωγή  στο

Πολυμελές Πpωτοδικείο Κορίνθου, με  αίτημα τη διανομη του ακινήτου. Οι Α, Β και  Γ κατέθεσαν στη γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου εμπρόθεσμα  προτάσεις και  προσκόμισαν όλα  τα αποδεικτικά μέσα  και  τα διαδικαστικά  έγγραφα   που   επικαλέστηκαν  με   αυτές,   κατ '   άρθρο   237   §   1

ΚΠολΔ.  Με  τις  προτάσεις τους:  α)  Ο  Β ισχυρίζεται ότι  ο  Π συνέταξε  την  από

1.1.2015  ιδιόγραφη  διαθήκη,  με   την   οποία   των   εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο, με  συνέπεια να είναι  ο μόνος κύριος του ακινήτου·  β) ο Γ ομολογεί την ιστορική βάση της αγωγής.

Ερωτάται:   α)  Είναι   το  δικαστήριο  κατά   τόπον   και   καθ’ ύλην   αρμόδιο προς

εκδίκαση   της    αγωγής;    β)   Τι   θα    αποφασίσει  το   δικαστήριο   ενόψει    των αποκλινόντων   ισχυρισμών  των   συνεναγομένων;  γ)   Ποιος    φέρει    το   βάρος αποδείξεως του  ισχυρισμού του  Β;  δ)  Μπορεί  ο  Α με  την  προσθήκη   επί  των προτάσεων να ισχυρισθεί ότι η από  1.1.2015 διαθήκη του Π είναι  άκυρη λόγω ελλείψεως  συνειδήσεως   των  πραττομένων;  ε)  Θα  είχε   ασκηθεί  παραδεκτά η αγωγη  διανομής εάν είχε  στραφεί  μόνο  κατά  του Β; Εάν  όχι,  πώς θα μπορούσε να θεραπευθεί το ελάττωμά της;


ΑΠΑΝΤΗΣΗ

 

α. Από τις διατάξεις των άρθρων 9, 10, 11 και 14 επ.  ΚΠολΔ συνάγεται ότι η καθ’ ύλην αρμοδιότητα ενός δικαστηρίου καθορίζεται από την αξία του αντικειμένου της διαφοράς κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής. Ο καθορισμός αυτός γίνεται από το δικαστήριο με ελεύθερη κρίση για τη διαμόρφωση της οποίας λαμβάνεται υπόψη το αίτημα της αγωγής. Ειδικότερα, στην περίπτωση του άρθρου 11 περ. 5 ΚΠολΔ για τη δίκη διανομής, κρίσιμη είναι -ακόμη και όταν υφίσταται ενεργητική ή παθητική ομοδικία- η συνολική αξία του ακινήτου και όχι το ιδανικό μερίδιο συγκυριότητας του ενάγοντα ή κάθε εναγομένου, ακόμη και όταν η διανομή αφορά μεμονωμένο κληρονομιαίο ακίνητο. Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη ότι προσδιοριστικό στοιχείο της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του δικαστηρίου είναι η αξία του όλου υπό διανομή αντικειμένου, εν προκειμένω καθ’ ύλην αρμόδιο είναι δυνάμει του αρ. 18 ΚΠολΔ το Πολυμελές Πρωτοδικείο. Περαιτέρω, για τον προσδιορισμό της κατά τόπον αρμοδιότητας εφαρμοστέα τυγχάνει η διάταξη του αρ. 29 ΚΠολΔ της δωσιδικίας του τόπου του ακινήτου, σύμφωνα με την οποία κατά τόπον αρμόδιο για τη διανομή ενός από περισσότερα κληρονομιαία στοιχεία είναι το δικαστήριο του τόπου, όπου βρίσκεται το ακίνητο. Συνεπώς το Πολυμελές Πρωτοδικείου Κορίνθου είναι καθ’ύλην και κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο για την υπό κρίση αγωγή διανομής. Νομικό Κέντρο Εκπαίδευσης – Σίνα 9

 

β. Σύμφωνα με το αρ. 77 ΚΠολΔ στις περιπτώσεις αναγκαστικής ομοδικίας του αρ. 76 ΚΠολΔ, αν οι ομόδικοι προτείνουν αντιφατικούς ισχυρισμούς, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την επιρροή τους στη διαδικασία και στην απόφαση και μπορεί να καθορίσει τα αποτελέσματά τους, χωριστά για κάθε ομόδικο, εφόσον το επίδικο δικαίωμα είναι διαιρετό. Λαμβάνοντας υπόψη ότι στην περίπτωση αγωγής διανομής οι εναγόμενοι συνδέονται με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας (τρίτη περίπτωση αναγκαστικής ομοδίκίας κατ αρ. 76 και 478 ΚΠολΔ- κοινή παθητική νομιμοποίηση),  εν προκειμένω ο αναγκαίος ομόδικος Β αρνείται αιτιολογημένα κατ’ αρ. 261 ΚπολΔ την ιστορική βάση της αγωγής διανομής και συγκεκριμένα το προδικαστικό ζήτημα της ύπαρξης συγκυριότητας, ενώ ο ομόδικος Γ ομολογεί δικαστικά κατ’ αρ. 352 παρ. 1 ΚΠολΔ την ιστορική βάση της αγωγής, το δε δικαστήριο θα εκτιμήσει ελεύθερα τους ισχυρισμούς των δύο ομοδίκων.

γ. Μεταξύ των αναγκαίων στοιχείων της ιστορικής βάσης της αγωγής διανομής κατ’ αρ. 216 ΚπολΔ και 799 ΑΚ,  είναι η ύπαρξη συγκυριότητας ενάγοντα και εναγομένων (άρθρο 1113 ΑΚ) καθώς και το ακριβές ποσοστό της μερίδας του καθενός επί του κοινού πράγματος. Έτσι, εάν κάποιος εκ των εναγομένων ισχυρισθεί ότι είναι αποκλειστικός κύριος του επίκοινου ακινήτου, πρέπει να εξετασθεί ο χρόνος που θεμελιώνει το δικαίωμά του αυτό, δηλαδή εαν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν πλήρη κυριότητά του επί του ακινήτου είναι προγενέστερα ή σύγχρονα αυτών που δομούν τη συγκυριότητα ή μεταγενέστερα αυτής. Εφόσον είναι προγενέστερα, ο ισχυρισμός του εναγόμενου θεωρείται αιτιολογημένη άρνηση, ενώ αν είναι μεταγενέστερα, πρόκειται για καταχρηστική ένσταση. Εν προκειμένω, ο Β ισχυρίζεται παραδεκτά με τις προτάσεις του ότι είναι αποκλειστικός κύριος του ακινήτου, το δε δικαίωμα πλήρους κυριότητάς του το στηρίζει σε καθολική εκ διαθήκης διαδοχή. Επομένως,  λαμβάνοντας υπόψη ότι πρόκειται για αιτιολογημένη άρνηση του εναγομένου, ο ενάγων Α βάσει του αρ. 338 ΚπολΔ περί του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, οφείλει να επικαλεστεί τα αναγκαία γεγονότα που θεμελιώνουν την συγκυριότητα.

δ. Σύμφωνα με το αρ. 237 παρ. 2 « Νέοι ισχυρισμοί με την προσθήκη μπορούν να προταθούν  [...] μόνο για αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις», αλλιώς απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Εν προκειμένω ο Α με την προσθήκη προτείνει για πρώτη φορά την καταχρηστική ένσταση ακυρότητας της διαθήκης λόγω έλλειψης συνείδησης των πραττομένων (ΑΚ 131), η οποία προτείνεται παραδεκτά, καθώς αποτελεί αντίκρουση της άρνησης του αντιδίκου του Β.

ε. Η αγωγή διανομής έχει διαπλαστικό αίτημα και αποσκοπεί στη λύση της κοινωνίας του δικαιώματος συγκυριότητας των Α, Β και Γ. Σύμφωνα με το αρ. 478 ΚΠολΔ προβλέπεται η παθητική νομιμοποίηση στην αγωγή διανομής και ειδικότερα ορίζεται ότι η αγωγή διανομής πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των κοινωνών, αλλιώς η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Επομένως απευθείας εκ του νόμου ορίζονται ως παθητικώς νομιμοποιούμενοι όλοι οι κοινωνοί – κατ’ ακριβολογία, οι υπόλοιποι πέραν των εναγόντων- οι οποίοι συνδέονται με δεσμό αναγκαίας ομοδικίας λόγω της τρίτης  περίπτωσης  του άρθρου 76§1 ΚΠολΔ. Ωστόσο, γίνεται πάγια δεκτό ότι η κήρυξη του απαραδέκτου από το δικαστήριο της αγωγής αποτρέπεται μέσω της προσεπίκλησης του μη εναχθέντος κοινωνού, υπό την ιδιότητα του αναγκαίου ομοδίκου (άρθρο 86 ΚΠολΔ) και με τη μορφή της επιγενόμενης αναγκαστικής ομοδικίας του προσεπικληθέντος αναγκαίου ομοδίκου  θεραπεύεται το απαράδεκτο.

 

Νίκη Κόλλια

Νομικό Κέντρο Εκπαίδευσης


Επάρκεια 2017 Απρίλιος ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
24/10/2017 12:05:00 AM

 

1ο Πρακτικό  

 

 

Οι  Α και  Β, σεσημασμένοι κακοποιοί,  ευρισκόμενοι  εντός  του  κεντρικού  σταθμού του μετρό στην Αθήνα παρατηρούν  τους περαστικούς, έχοντας ήδη συνεννοηθεί  να εmτεθούν   με  μαχαίρι   σε  όποιον   τους  φανεί  «εύκολο  θύμα»  αφαιρώντας   του  τα προσωπικά αντικείμενα. Ο Α, βλέποντας απέναντι τον μεγάλο χαρτοφύλακα του Χ, ψιθυρίζει στον Β «ή πάμε σε αυτόν ή σε κανέναν», κάνοντας παράλληλα νόημα με τα μάτια στον Β για το ποιον ακριβώς  εννοεί.

 

Ο  Β όμως,  ο  οποίος  είχε  επίτηδες  καταναλώσει  μεγάλη  ποσότητα  αλκοόλ  για  να βρίσκεται σε εγρήγορση  για την εκτέλεση του σχεδίου που είχαν καταστρώσει, μπερδεύεται   και  αντί  για  τον  χαρτοφύλακα   του  Χ  αρπάζει  την  τσάντα  που  είχε αφημένη  στο έδαφος  ο Ψ, θεωρώντας  ότι αυτόν του υπέδειξε ο Α. Μετά από αυτό Α και Β αρχίζουν να τρέχουν.

 

Πίσω  τους άρχισε  να τρέχει  και ο Ψ, οποίος  του φώναξε  «αστυνομία  σταματήστε » και λίγα μέτρα μετά οι Α και Β σταμάτησαν.  Όταν ο Ψ τους πλησίασε άρχισε να τους γρονθοκοπεί,  όντας σε άμυνα όπως ανέφερε αργότερα στους συναδέλφους  του.
Ερωτήματα:

 

1.  Τέλεσε   κάποια  αξιόποινη   πράξη   ο  Β;  Πώς  αξιολογείται   το  γεγονός  ότι  είχε καταναλώσει  πριν την πράξη του μεγάλη ποσότητα αλκοόλ;
2. Πώς αξιολογείται ποινικά η συμπεριφορά  των Α και Ψ ;

 

 

 Πρακτικό  2

 

 

Ο  Δ  κινούμενος  με  το  αυτοκίνητό του  σε  επαρχιακό  αυτοκινητόδρομο  παρασύρει άθελα του τον πεζό Θ. Ο περαστικός Π αντιλαμβάνεται το συμβάν, βλέπει τον Δ ταραγμένο,  αλλά  φοβούμενος μην  βρει τον μπελά  του απομακρύνεται από το χώρο του ατυχήματος,  εγκαταλείποντας τον Θ. Ύστερα από λίγο ο Θ κατέληξε από ακατάπαυστη  αιμορραγία.

 

Ερωτήματα:

 

Ι. Υφίσταται ποινική ευθύνη  των ανωτέρω προσώπων  κατά τον ΠΚ;

 

 2. Θα  άλλαζε  η  απάντησή   σας  αν  τελικά  δεν  επήλθε  θάνατος  του  Θ,  αλλά  απλά υπέστη κάποιους μώλωπες  στο σώμα;

 

Θέματα ΠΜΣ Ποινικού Κομοτηνής 2015
23/10/2015 2:41:48 PM
Ποινική Δικονομία

Ο θεσμός της εξαίρεσης των δικαστών :
α) Σε ποιες αρχές στηρίζεται ;
β) Ποιες οι διαφορές με τον αποκλεισμό και ποιες οι δικονομικές τους συνέπειες
γ) Ποιο κριτήριο εφαρμόζεται για τις υπόνοιες ;
δ) Αξιολογείστε το εδ β΄ του ΚΠΔ 15
Θέματα εξετάσεων Πολιτική Δικονομία 2 - Σεπτέμβριος 2015
21/10/2015 1:12:40 PM

ΝΟΜΙΚΗ ΣΧΟΛΗ- Β ΤΟΜΕΑΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Αναπλ. Καθηγητές:  Στ. Πανταζόπουλος, Κ.Πολυζωγόπουλος,  Δ. Τσικρικάς

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ ΙΙ

Δείτε / κατεβάστε τα θέματα εδώ

Θέμα εξετάσεων ΠΜΣ Αθήνας 2015 - Ποινική Δικονομία
21/10/2015 1:07:22 PM

Ο Ηλίας, ο Κίμωνας και ο Παύλος παραπέμπονται με κλητήριο θέσπισμα στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο ως συναυτουργοί κλοπής ενός κινητού τηλεφώνου και καταδικάζονται οι μεν δύο πρώτοι σε ποινή φυλάκισης 5 μηνών, ως κατηγορούνται, ο δε Παύλος για απλή συνέργεια στην κλοπή σε ποινή φυλάκισης 2 μηνών.

Ερώτημα 1ο: Νομίμως καταδικάστηκε ο Παύλος ως απλός συνεργός κλοπής;

Κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης ασκούν έφεση οι Ηλίας και Κίμωνας. Ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου εμφανίζεται συγγενής του Κίμωνα, ο οποίος υποβάλει αίτημα αναβολής καταθέτοντας προφορικά (χωρίς να προσκομίσει σχετική ιατρική πιστοποίηση) ότι την ημέρα της δίκης ο Κίμωνας ήταν κλινήρης στην οικία του με πυρετό. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν δέχεται το αίτημα αναβολής, κατόπιν δε τούτου απορρίπτει την έφεση του Κίμωνα ως ανυποστήρικτη και ακολούθως καταδικάζει τον Ηλία για κλοπή σε ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Ο Κίμωνας την επομένη ημέρα υποβάλει αίτηση ακύρωσης της διαδικασίας του Τριμελούς  Πλημμελειοδικείου επικαλούμενος ιατρικό πιστοποιητικό, που απεδείκνυε ότι την ημέρα της δίκης έπασχε από γρίπη.

Ερώτημα 2ο: Πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση ακυρώσεως της διαδικασίας του Κίμωνα;

Ο Ηλίας ασκεί κατά της καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία γίνεται δεκτή από τον Άρειο Πάγο. Στη μετ’ αναίρεση δίκη ο Ηλίας, αν και κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, δεν εμφανίζεται ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, το οποίο εκδικάζει την υπόθεση και αθωώνει τον Ηλία λόγω αμφιβολιών ως προς την συμμετοχή τους στην κλοπή του κινητού τηλεφώνου. Κατά της αθωωτικής απόφασης ασκεί αναίρεση ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου για υπέρβαση εξουσίας, διότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο έπρεπε να είχε απορρίψει την έφεση του Ηλία ως ανυποστήρικτη.

Ερώτημα 3ο:

Είναι βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως του Εισαγγελέα;.
Θέματα Μεταπτυχιακού Ποινικού Αθήνας 2015 (ειδικό μέρος)
18/10/2015 2:06:37 PM
  1. Μπορεί να τιμωρηθεί για ληστρική κλοπή ο απλός συνεργός κλοπής που καταλαμβάνεται επ’ αυτοφώρω και ασκεί βία προκειμένου ο αυτουργός να διατηρήσει το κλοπιμαίο;

  2. Ο Α υπόσχεται 5.000 ευρώ που απέκτησε με τίμια εργασία στον επαγγελματία μπράβο Β προκειμένου ο τελευταίος να προκαλέσει σωμτικές βλάβες στον Γ. Ο Β παριστά ψευδώς στον Α ότι έδειρε τον Γ και εισπράττει τα χρήματα. Έχει τελέσει απάτη ο Β;

  3. Πώς συρρέει η απάτη με την πλαστογραφία;

  4. Οι Α και Β αποφασίζουν από κοινού να κλέψουν 200.000 ευρώ του Γ και να τα μοιραστούν εξ ίσου. Πώς ευθύνονται;

  5. Πώς διακρίνεται η απάτη από την κλοπή κατά έμμεση αυτουργία;


Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας - Σεπτέμβριος 2015
8/10/2015 11:58:03 PM

ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Αθήνα, 24/9/2015

1.       Η Τράπεζα Τ χορήγησε στην ανώνυμη εταιρία Α δάνειο μονοετούς διάρκειας (ΑΚ806) ποσού 80.000€. Για την παροχή του δανείου αξίωσε και έλαβε την προσωπική εγγύηση του φορέως της εταιρίας Φ και του επί πολλά έτη απασχολούμενου σ’ αυτή υπαλλήλου Υ (ΑΚ 847). Μετά τη συμπλήρωση του έτους η Τ αξίωσε την επιστροφή του δανείου εντόκως από όλους τους ενεχόμενους με σχετικό εξώδικο έγγραφό της. Επειδή δεν υπήρξε ανταπόκριση, η Τ άσκησε ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου αγωγή κατά της Α με την οποία ζητούσε να καταδικασθεί στην καταβολή του ποσού των 80.000€ πλέον τόκων. Με τις προτάσεις της η Α ζήτησε την απόρριψη της αγωγής. Υποστήριξε ότι η αγωγή ήταν απορριπτέα ως αόριστη ή νόμω αβάσιμη γιατί στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφερόταν ότι η σύμβαση δανείου είχε καταρτισθεί εγγράφως. Επικουρικώςς προέβαλε τον ισχυρισμό της εξοφλήσεως μέσω της παραδόσεως στην Τ και εισπράξεως εκ μέρους της επιταγών πελατείας της (δηλαδή της Α). Συγκεκριμένα, πελάτες της Α είχαν εκδώσει σε διαταγή αυτής επιταγές ποσού 90.000€ από πωλήσεις προϊόντων της Α προς αυτούς και τις οποίες επιταγές σύμφωνα με την πρακτική η Α μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην Τ προς εξασφάλιση της απαιτήσεως από το δάνειο (ενεχυρίαση). Η Τ δεν  αρνήθηκε την ενεχυρίαση των επιταγών, υποστήριξε όμως ότι οι επιταγές δεν εισπράχθηκαν γιατί δεν υπήρχαν διαθέσιμα στους λογαριασμούς των εκδοτών, ώστε η απαίτησή της από το δάνειο να εξακολουθεί υφιστάμενη.

Το Δικαστήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως εξέτασε ένα μάρτυρα από κάθε πλευρά για το θέμα της εξοφλήσεως ενώ αντιπαρήλθε σιγή τον ισχυρισμό της Α για την πλημμέλεια του δικογράφου της αγωγής. Με πρωτοβουλία του το Δικαστήριο και παρά την αντίθεση αμφοτέρων των διαδίκων εξέτασε και τους νομίμους εκπροσώπους της Τ και της Α που παρίσταντο στο ακροατήριο. Από την εξέταση των μαρτύρων και των νομίμωμν εκπροσώπων των διαδίκων δε μπόρεσε να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για τον ισχυρισμό της Α περί εξοφλήσεως. Λόγω της μη υπάρξεως άλλων αποδεικτικών μέσων εξέδωσε απόφαση που έκανε δεκτή την αγωγή. Η απόφαση κατέστη τελεσίδικη λόγω μη ασκήσεως εφέσεως από την Α καίτοι η απόφαση επιδόθηκε νομίμως σε αυτήν.

Παράλληλα, ο Υ άσκησε στο αρμόδιο Δικαστήριο αγωγή κατά της Τ με αίτημα να κηρυχθεί η ακυρότητα της συμβάσεως εγγυήσεως λόγω πλάνης για το περιεχόμενο της δηλώσεως βουλήσεως του. Εκδόθηκε απόφαση που απέρριψε την αγωγή για ουσιαστικούς λόγους. Μετά την τελεσιδικία  ο Υ ασκεί νέα αγωγή κατά της Τ με αίτημα να αναγνωριστεί η ακυρότητα της εγγυήσεως, αυτή τη φορά, λόγω αντιθέσεως της σχετικής συμβάσεως στα χρηστά ήθη (ΑΚ178). Ισχυρίσθηκε ότι ως εργαζόμενος δεν είχε κανένα λόγο να παράσχει την εγγύηση, δεν είχε ίδια περιουσιακά στοιχεία για να ανταποκριθεί στην αναληφθείσα υποχρέωση και ότι η εγγύηση του ζητήθηκε από την Τ για λόγους πιέσεως προς την Α και τον Φ. Η Τ αντέταξε με τις προτάσεις της ότι η αγωγή ήταν προεχόντως απορριπτέα λόγω υπάρξεως δεδικασμένου από την προηγούμενη απόφαση για την πλάνη. Με την απόφαση αυτή κρίθηκε αμετακλήτως το κύρος της συμβάσεως εγγυήσεως. Κατά τους ισχυρισμούς της Τ αν ο Υ μπορούσε να ασκεί κάθε τόσο αγωγή με την οποία θα αμφισβητεί για διαφορετικό κάθε φορά λόγο την εγκυρότητα της συμβάσεως εγγυήσεως, δεν θα μπορούσε ποτέ να περατωθεί δικαστικώς με οριστικό τρόπο μια υπόθεση.

Εν τω μεταξύ η Τ μετά από προσπάθειες εντόπισε ένα αυτοκίνητο της Α, αξίας 30.000€, το οποίο μετά την τήρηση της προδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως (924, 926 ΚπολΔ) αφαίρεσε από την Α προς το σκοπό της μερικής ικανοποιήσεως της απαιτήσεως της. Επίσης η Τ προσπάθησε να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση κατά του Φ με βάση την τελεσίδικη απόφαση των αρμοδίων οργάνων αναγκαστικής εκτελέσως να συμπράξουν στη δρομολόγηση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως κατά του Φ που την θεωρούν μη νόμιμη.

Ερωτάται:

i)        Είναι ορθή η απόφαση του Δικαστηρίου στη δίκη μεταφύ της Τ και της Α ενόψει του αποτελέσματος της αποδεικτικής διαδικασίας;

ii)   Ορθώς δεν ασχολήθηκε το Δικαστήριο με τον έτερο ισχυρισμό της Α για την πλημμέλεια του δικογράφου;

iii) Παραδεκτώς εξέτασε το Δικαστήριο τους εκπροσώπους των διαδίκων κατά την αποδεικτική διαδικασία ενόψει και της αντιθέσεως των διαδίκων;

iv) Νομίμως αφαίρεσε η Τ το αυτοκίνητο της Α προς ικανοποίηση της απαιτήσεως της; Είναι βάσιμοι οι ισχυρισμοί της Τ για ύπαρξη δεδικασμένου σε σχέση με τη δεύτερη δίκη μεταξύ Τ και Υ από την πρώτη τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε στη δίκη μεταξύ Τ και Υ;

v)   Νομίμως αρνήθηκαν να συμπράξουν τα όργανα εκτελέσως στο αίτημα της Τ για επίσπευση εκτελέσεως κατά του Φ;

ΔΟΑΤΑΠ Κομοτηνή Οκτώβριος 2015
8/10/2015 11:50:35 PM

ΔΟΑΤΑΠ Κομοτηνή Οκτώβριος 2015
ΘΕΜΑΤΑ Ποινικού Δικαίου-Ποινικής Δικονομίας

1. Ποια είναι η έννοια του υπαλλήλου στον ΠΚ ;

 

2. Η αρχή της αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων

ΔΟΑΤΑΠ Κομοτηνή - Μάιος 2015
8/10/2015 11:50:00 PM
ΔΟΑΤΑΠ  Κομοτηνής Μάιος 2015

ΘΕΜΑΤΑ Ποινικού Δικαίου-Ποινικής Δικονομίας

1 ) Είδη συμμετοχής με τη στενή έννοια του όρου. Αντικειμενικές και υποκειμενικές προυποθέσεις.

2 ) Ποιες είναι οι πηγές της  ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης και ποιες οι συνέπειες της ύπαρξής τους.

3 ) Ποιος κινεί την ποινική δίωξη; (κανόνας – εξαίρεση)

4 ) Αρχή της δίκαιης δίκης και πρακτική της σημασία.

ΔΟΑΤΑΠ Αθήνα - Φεβρουάριος 2015
8/10/2015 11:48:53 PM

ΔΟΑΤΑΠ  Αθήνα 2/2/2015
Κλιμάκιο: Δημάκης Μυλωνόπουλος

ΘΕΜΑΤΑ Ποινικού Δικαίου-Ποινικής Δικονομίας

Γενικό Μέρος Ποινικού Δικαίου

  1. Επιτρέπεται άμυνα υπέρ τρίτου όταν ο δεχόμενος την επίθεση αντιτίθεται στη βοήθεια;

  2. Τι πρέπει να περιέχει ο ρόλος του ηθικού αυτουργού;

  3. Πώς τιμωρείται η συμμετοχή στα εκ του αποτελέσματος διακρινόμενα εγκλήματα;

Ειδικό μέρος Ποινικού Δικαίου

  1. Στοιχειοθετείται απάτη όταν η παροχή του πλανηθέντος αντισταθμίζεται από ίσης αξίας αντιπαροχή;

  2. Πότε στοιχειοθετείται ιδιοποίηση στην υπεξαίρεση;

  3. Είναι δυνατή η νόθευση γνησίου εγγράφου από τον εκδότη του;

Ποινική Δικονομία

  1. Πότε συντρέχει απόλυτη ακυρότητα;

  2. Ποιες οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου;

Υπό ποιες προϋποθέσεις διατάσσεται προσωρινή κράτηση;

Γενικό Ποινικό - Φεβρουάριος 2015
8/10/2015 11:47:49 PM
ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2015
ΓΕΝΙΚΟ ΠΟΙΝΙΚΟ

            Κλιμάκιο: Α

  1. Εννοιολογικά στοιχεία της παράλειψης ως αξιόποινη πράξη;

  2. Ο Α επιχειρεί να εισέλθει σε αρχαιολογικό μουσείο το οποίο ήταν κλειστό με σκοπό να κλέψει πολύτιμο αρχαιολογικό έκθεμα.  Ο Β διερχόμενος τον βλέπει και μην έχοντας άλλο τρόπο να τον εμποδίσει τον πυροβολεί στα πόδια και τον τραυματίζει.Πώς ευθύνεται ο Β;

    Κλιμάκιο Β'
     

  1. Απόπειρα συνέργειας τιμωρείται;

  2. Ποιες οι έννομες συνέπειες όταν ο δράστης αγνοεί τον άδικο χαρακτήρα της πράξης και παραδείγματα.

  3. Τι περιλαμβάνει η πρόθεση στο εκ δόλου μη γνήσιο έγκλημα παραλείψεως;

  4. Ποια η έννοια της συνάφειας κινδύνου στο εξ αμελείας έγκλημα αποτελέσματος; 
Ποινική Δικονομία - Φεβρουάριος 2015
8/10/2015 11:37:44 PM

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2015
ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ
Α ΚΛΙΜΑΚΙΟ

1.  Αρχή της νομιμότητας

 

2. Διενεργείται κύρια ανάκριση για κακουργηματική απάτη. Ο Ανακριτής καλεί σε απολογία μόνο τον κατηγορούμενο Α και δεν καλεί τον κατηγορούμενο Β. Περατώνει την ανάκριση. Ο Εισαγγελέας εισάγει την υπόθεση στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, το οποίο παραπέμπει τους δύο κατηγορούμενους σε δίκη.
Ο Β ασκεί έφεση κατά του βουλεύματος για:
α) Κακή εκτίμηση των αποδείξεων, β) Δεν απολογήθηκε, γ) Η παραπομπή του στηρίχτηκε μόνο στην ομολογία του Α.
Τι θα αποφανθεί το δευτεροβάθμιο;

Στη δίκη εμφανίζεται η παθούσα και δηλώνει παράσταση πολιτικής αγωγής για υποστήριξη της κατηγορίας μου. Γίνεται;

Ειδικό Ποινικό Φεβρουάριος 2015
8/10/2015 11:37:44 PM

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2015

ΕΙΔΙΚΟ ΠΟΙΝΙΚΟ

Κλιμάκιο: ΛΙΒΟΣ ΔΗΜΑΚΗΣ

1Α) Ο Α απλός υπάλληλος μιας εταιρίας Ε μη δικαιούμενος γράφει μια βεβαίωση/δήλωση ότι η εταιρία οφείλει ένα ποσό στο Ζ για εργασίες  συντήρησης  που είχε κάνει σ’αυτήν. Ο Α υπογράφει με το όνομά του και βάζει και τη σφραγίδα της  Ε. Αυτή το έγγραφο το δίνει στον  Ζ για να το χρησιμοποιεί ο Ζ για μια ψευδή αγωγή κατά της Ε. Αξιόποινο του Α.

1Β) Ο Α μπαίνει στο κοσμηματοπωλείο του Β για να αφαιρέσει κοσμήματα. Αφού τα παίρνει, βγαίνει έξω βλέπει το Δ (περαστικό) και νομίζει ότι κατάλαβε τι έγινε και ότι θέλει να του πάρει τα κοσμήματα. Ο Α τον χτυπά και τον αφήνει αναίσθητο. Αξιόποινο Α.

2α) Ο Α μέλος σ’ ένα σωματείο αναρτά ανακοίνωση «κάποια μέλη όπως ο Β έχουν εξαχριωθεί ηθικά και αντί να εκτελούν με συνέπεια τα μαθήματα τους τα παραβιάζουν και εξευτελίζουν το σωματείο». Για τον Β υπάρχουν και κάποιες αληθείς καταγγελίες για καθυστέρηση προσέλευσης και για κάποιους φακέλους. Αξιόποινο Α.

2β) Ο Α χτυπά υπαιτίως τον Β, τον εγκαταλείπει και φεύγει. Ο Β αιμόφυρτος και τραυματισμένος. Ο Γ ο οποίος τα είδε όλα δεν έκανε τίποτα. Ο περαστικός Δ τελικά τον έσωσε. Αξιόποινο των Α και Γ.

3α) Ο Α θόλωσε μετά την προσβολή του Β και του χτύπησε με δύναμη στο θώρακα. Τελικά έζησε

3β) Ο Α απείλησε τον εργοδότη του Β ότι θα δημοσιεύσει γυμνές φωτογραφίες του Β αν δεν του κάνει αύξηση.
13 συνολικά αντικείμενα

<< Όλες οι κατηγορίες

ΝΟΜΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣΠΡΟΓΡΑΜΜΑΦΟΙΤΗΤΕΣΔΙΚΗΓΟΡΟΙΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΕΣΣΧΟΛΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣΝΟΜΙΚΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣΕΜΙΝΑΡΙΑΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ