ΝΟΜΙΚΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ http://legalcenter.gr//page34.php Ευρωπαϊκή εντολή έρευνας στις ποινικές υποθέσεις - Εναρμόνιση της νομοθεσίας με την Οδηγία 2014/41/ΕΕ  20/10/2017 1:50:28 AM  Νόμος 4489/2017 : Ευρωπαϊκή εντολή έρευνας στις ποινικές υποθέσεις - Εναρμόνιση της νομοθεσίας με την Οδηγία 2014/41/ΕΕ 

Βασικές ρυθμίσεις

           

Η Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας (ΕΕΕ) είναι δικαστική απόφαση ή απόφαση την οποία εκδίδει ή επικυρώνει δικαστική αρχή κράτους-μέλους της ΕΕ («κράτος έκδοσης») με σκοπό την εκτέλεση ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων ερευνητικών μέτρων σε άλλο κράτος-μέλος («κράτος εκτέλεσης») για τη λήψη αποδεικτικών στοιχείων.

Οι ΕΕΕ εκτελούνται από τις ελληνικές αρχές με βάση την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Κατά την έκδοση, διαβίβαση και εκτέλεση της ΕΕΕ τηρούνται τα θεμελιώδη δικαιώματα και αρχές, όπως κατοχυρώνονται στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων υπεράσπισης όσων υπόκεινται σε ποινικές διαδικασίες

Η ΕΕΕ έχει ως αντικείμενο κάθε ερευνητικό μέτρο, περιλαμβανομένης της λήψης αποδεικτικών στοιχείων τα οποία βρίσκονται ήδη στην κατοχή των αρμόδιων αρχών του κράτους εκτέλεσης.

Η ΕΕΕ εκδίδεται στο πλαίσιο:

 

α) ποινικής διαδικασίας που κινείται από δικαστική αρχή ή μπορεί να κινηθεί ενώπιόν της για αξιόποινη πράξη βάσει της νομοθεσίας του κράτους έκδοσης,

 

β) διαδικασίας που κινούν διοικητικές αρχές, όταν αυτή αφορά πράξεις που τιμωρούνται βάσει της νομοθεσίας του κράτους έκδοσης ως παραβάσεις κανόνων δικαίου και όταν η απόφαση της διοικητικής ή δικαστικής αρχής μπορεί να οδηγήσει σε δίκη ενώπιον δικαστηρίου που έχει δικαιοδοσία σε ποινικές υποθέσεις,

 

γ) διαδικασίας που κινούν δικαστικές αρχές, όταν αυτή αφορά πράξεις που τιμωρούνται βάσει της νομοθεσίας του κράτους έκδοσης ως παραβάσεις κανόνων δικαίου και όταν η απόφαση της διοικητικής ή δικαστικής αρχής μπορεί να οδηγήσει σε δίκη ενώπιον δικαστηρίου που έχει δικαιοδοσία σε ποινικές υποθέσεις και

 

δ) διαδικασιών των περιπτώσεων α΄, β΄ και γ΄, οι οποίες αφορούν αξιόποινες πράξεις ή παραβάσεις που μπορούν να στοιχειοθετήσουν την ευθύνη ή να επισύρουν την τιμωρία νομικού προσώπου στο κράτος έκδοσης.

 

 

 

Ελληνική αρχή έκδοσης της ΕΕΕ

 

Αρμόδια αρχή για την έκδοση της ΕΕΕ από την Ελλάδα είναι: α) δικαστής, δικαστήριο, ανακριτής ή εισαγγελέας με αρμοδιότητα στη συγκεκριμένη υπόθεση και β) κάθε άλλη αρμόδια αρχή, η οποία στη συγκεκριμένη υπόθεση ενεργεί ως ανακριτική αρχή σε ορισμένη ποινική διαδικασία, υπό τον όρο ότι η ΕΕΕ που εκδίδεται από αυτή επικυρώνεται από τον αρμόδιο εισαγγελέα, ο οποίος την επικυρώνει, αφού ερευνήσει την τήρηση των προϋποθέσεων του παρόντος νόμου.

 

 

 

Έκδοση ΕΕΕ

 

Η αρχή εκδίδει ΕΕΕ αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αίτησης του υπόπτου ή του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου τους επ’ ονόματι και για λογαριασμό τους.

 

Η ανωτέρω αρχή εκδίδει ΕΕΕ, μόνο όταν κρίνει ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

 

α) η έκδοση της ΕΕΕ είναι αναγκαία και τελεί σε αναλογία με τους σκοπούς της διαδικασίας του άρθρου 5, λαμβάνοντας υπόψη την προστασία των δικαιωμάτων του υπόπτου ή κατηγορουμένου,

 

β) τα αιτούμενα ερευνητικά μέτρα που αναφέρονται στην ΕΕΕ θα μπορούσαν να είχαν διαταχθεί, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, σε παρόμοια εσωτερική υπόθεση.

 

3. Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, η ανωτέρω αρχή απορρίπτει την αίτηση του υπόπτου ή του κατηγορουμένου.

 

4. Η ανωτέρω αρχή, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή εκτέλεσης όταν η τελευταία θεωρεί ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 2, μπορεί να ανακαλέσει την ΕΕΕ.

 

 

 

Τύπος και περιεχόμενο της ΕΕΕ

 

1. Η ΕΕΕ περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:

 

α) το όνομα, τη διεύθυνση, τους αριθμούς τηλεφώνου και τηλεομοιοτυπίας, καθώς και, αν υπάρχει, τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της δικαστικής αρχής που εξέδωσε ή επικύρωσε την ΕΕΕ,

 

β) το αντικείμενο και τους λόγους έκδοσης της ΕΕΕ,

 

γ) τα στοιχεία ταυτότητας και την ιθαγένεια του υπόπτου ή κατηγορουμένου, αν δε αυτός είναι ανήλικος ή ανίκανος προς δικαιοπραξία, τα στοιχεία ταυτότητας και την ιθαγένεια του αντιπροσώπου ή του επιτρόπου του,

 

δ) περιγραφή της αξιόποινης πράξης που αποτελεί αντικείμενο έρευνας ή διαδικασίας, καθώς και των σχετικών ποινικών διατάξεων που την τυποποιούν,

 

ε) περιγραφή του ή των αιτούμενων ερευνητικών μέτρων που πρέπει να ληφθούν και των αποδεικτικών στοιχείων που πρέπει να συγκεντρωθούν.

 

Η ΕΕΕ μεταφράζεται στην ελληνική ή αγγλική γλώσσα.

 

 

 

Διαδικασία διαβίβασης

 

Η ΕΕΕ, αφού συμπληρωθεί σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, διαβιβάζεται από την ελληνική αρχή έκδοσης στην αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης είτε απευθείας, είτε μέσω των σημείων επαφής του Ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου ή του εθνικού μέλους της Eurojust, με οποιοδήποτε μέσο μπορεί να τεκμηριωθεί εγγράφως και κατά τρόπο που επιτρέπει στο κράτος

 

 

 

Αναγνώριση και εκτέλεση ΕΕΕ

 

Αρμόδια δικαστική αρχή για την αναγνώριση και εκτέλεση ΕΕΕ στην Ελλάδα ορίζεται ο εισαγγελέας εφετών στη δικαστική περιφέρεια του οποίου πρόκειται να εκτελεστεί η ΕΕΕ, ο οποίος μεριμνά, κατά περίπτωση, για την εκτέλεσή της.

 

Η αρχή εκτέλεσης αναγνωρίζει κάθε ΕΕΕ που της διαβιβάζεται και μεριμνά για την εκτέλεσή της σαν να πρόκειται για ερευνητικό μέτρο που διατάχθηκε από ελληνική αρμόδια αρχή, εκτός αν, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, συντρέχει λόγος μη αναγνώρισης, μη εκτέλεσης ή αναβολής.

 

Η αρχή εκτέλεσης τηρεί τις διατυπώσεις και τις διαδικασίες που ρητά ορίζονται από την αρχή έκδοσης, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο, και υπό την προϋπόθεση ότι οι σχετικές διατυπώσεις και διαδικασίες δεν αντιβαίνουν στο ελληνικό δίκαιο.

 

Όταν η αρχή εκτέλεσης παραλαμβάνει ΕΕΕ η οποία δεν έχει εκδοθεί ή επικυρωθεί από δικαστική αρχή, την αναπέμπει στο κράτος έκδοσης.

 

Η συνδρομή των αρχών του κράτους έκδοσης προς τις ελληνικές αρχές κατά την εκτέλεση της ΕΕΕ επιτρέπεται στον βαθμό που οι αλλοδαπές αρχές θα μπορούσαν να συνδράμουν την εκτέλεση των ερευνητικών μέτρων που αναφέρονται στην ΕΕΕ σε παρόμοια εσωτερική τους υπόθεση. Αν η αρχή έκδοσης υποβάλει σχετικό αίτημα να παρασχεθεί συνδρομή από αρχές του κράτους της κατά την εκτέλεση της ΕΕΕ, η αρχή εκτέλεσης το αποδέχεται, εφόσον η συνδρομή αυτή δεν αντιβαίνει στο ελληνικό δίκαιο ούτε θέτει σε κίνδυνο ουσιώδη συμφέροντά εθνικής ασφάλειας.

 

Οι αρχές του κράτους έκδοσης που παρίστανται κατά την εκτέλεση της ΕΕΕ στην Ελλάδα δεσμεύονται από την ελληνική νομοθεσία. Δεν διαθέτουν εξουσία εκτέλεσης ερευνητικών μέτρων στην ελληνική επικράτεια, εκτός αν αυτή προβλέπεται στην ελληνική νομοθεσία και έχει συμφωνηθεί μεταξύ των αρχών έκδοσης και εκτέλεσης.

 

 

 

Εναλλακτικά ερευνητικά μέτρα

 

Η αρχή εκτέλεσης έχει τη δυνατότητα επιλογής άλλου ερευνητικού μέτρου από εκείνο που αναφέρεται στην ΕΕΕ, όταν:

 

α) το ερευνητικό μέτρο που αναφέρεται στην ΕΕΕ δεν προβλέπεται στην εσωτερική νομοθεσία, ή

 

β) το ερευνητικό μέτρο που αναφέρεται στην ΕΕΕ δεν προβλέπεται για παρόμοια εσωτερική υπόθεση.

 

Αυτό δεν ισχύει για τα ακόλουθα ερευνητικά μέτρα, τα οποία προβλέπονται κατά το εσωτερικό δίκαιο:

 

α) απόκτηση πληροφοριών ή αποδεικτικών μέσων που βρίσκονται ήδη στην κατοχή των ελληνικών αρχών εκτέλεσης, εφόσον αυτά θα μπορούσαν να έχουν αποκτηθεί στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας ή για τους σκοπούς της ΕΕΕ,

 

β) απόκτηση πληροφοριών που περιέχονται σε βάσεις δεδομένων, τις οποίες τηρούν αστυνομικές ή δικαστικές αρχές και στις οποίες έχει άμεση πρόσβαση η αρχή εκτέλεσης στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας,

 

γ) εξέταση μάρτυρα, θύματος, υπόπτου ή τρίτου διαδίκου στο ελληνικό έδαφος,

 

δ) οποιοδήποτε μη καταναγκαστικό μέτρο κατά την εσωτερική νομοθεσία,

 

ε) ταυτοποίηση προσώπου το οποίο είναι συνδρομητής σε συγκεκριμένο αριθμό τηλεφώνου ή συνδέεται με ορισμένη διεύθυνση IP.

 

Η αρχή εκτέλεσης μπορεί να προσφεύγει σε διαφορετικό ερευνητικό μέτρο από αυτό που προβλέπεται στην ΕΕΕ, όταν αυτό είναι λιγότερο επαχθές και έχει το ίδιο αποτέλεσμα με το ερευνητικό μέτρο που προβλέπεται στην ΕΕΕ. Ηλίας Καραγιαννάκος - Σίνα 9

 

 

 

Λόγοι μη αναγνώρισης ή μη εκτέλεσης

 

Η αναγνώριση ή η εκτέλεση ΕΕΕ απορρίπτεται από την αρχή εκτέλεσης όταν:

 

α) προβλέπεται σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία ασυλία, προνόμιο ή εξαίρεση δικαιοδοσίας ή εκτέλεσης που εμποδίζει την εκτέλεση της ΕΕΕ ή υπάρχουν διατάξεις που ορίζουν ή περιορίζουν την ποινική ευθύνη σχετικά με την ελευθερία του Τύπου και την ελευθερία της έκφρασης σε άλλα μέσα ενημέρωσης που εμποδίζουν την εκτέλεση της ΕΕΕ,

 

β) στη συγκεκριμένη περίπτωση, η εκτέλεση της ΕΕΕ θα έβλαπτε ουσιώδη συμφέροντα εθνικής ασφάλειας ή την πηγή των πληροφοριών ή θα απαιτούσε τη χρήση διαβαθμισμένων πληροφοριών που σχετίζονται με συγκεκριμένες δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών,

 

γ) η ΕΕΕ έχει εκδοθεί στο πλαίσιο διαδικασιών που αναφέρονται στις περιπτώσεις β΄ και γ΄ του άρθρου 5 και το ερευνητικό μέτρο δεν θα επιτρεπόταν σε παρόμοια εσωτερική υπόθεση,

 

δ) η εκτέλεση της ΕΕΕ αντίκειται στην αρχή της απαγόρευσης δίωξης ή ποινικής τιμωρίας δύο (2) φορές για την ίδια αξιόποινη πράξη (ne bis in idem,) Νομικό Κέντρο Εκπαίδευσης

 

ε) η ΕΕΕ αφορά έγκλημα για το οποίο υπάρχουν υπόνοιες ότι τελέσθηκε εκτός του εδάφους του κράτους έκδοσης και εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στο έδαφος της ελληνικής επικράτειας, η δε πράξη για την οποία εκδόθηκε η ΕΕΕ δεν συνιστά έγκλημα στην Ελλάδα,

 

στ) υφίστανται σοβαροί λόγοι να θεωρηθεί ότι η εκτέλεση του ερευνητικού μέτρου που αναφέρεται στην ΕΕΕ θα ήταν ασύμβατη με τις υποχρεώσεις της Ελλάδας σύμφωνα με το άρθρο 6 ΣΕΕ και το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων,

 

ζ) η πράξη για την οποία έχει εκδοθεί η ΕΕΕ δεν συνιστά έγκλημα κατά την εσωτερική νομοθεσία, εκτός αν η αρχή έκδοσης αναφέρει στην ΕΕΕ ότι πρόκειται για έγκλημα του Παραρτήματος Δ΄ για το οποίο απειλείται στο κράτος έκδοσης στερητική της ελευθερίας ποινή με ανώτατο όριο τουλάχιστον τα τρία (3) έτη ή Ηλίας Καραγιαννάκος - Σίνα 9

 

η) η χρήση του ερευνητικού μέτρου περιορίζεται, κατά την εσωτερική νομοθεσία, σε εγκλήματα που τιμωρούνται με ποινή που υπερβαίνει ένα συγκεκριμένο κατώτατο όριο, στα οποία δεν περιλαμβάνεται το έγκλημα που αφορά η ΕΕΕ.

 

 

 

Προθεσμίες για την αναγνώριση ή την εκτέλεση

 

Η έκδοση της απόφασης σχετικά με την αναγνώριση ή την εκτέλεση και η εκτέλεση του ερευνητικού μέτρου, πραγματοποιούνται με την ταχύτητα και προτεραιότητα που αρμόζει σε παρόμοια εσωτερική υπόθεση και σε κάθε περίπτωση εντός των προθεσμιών που ορίζει το παρόν άρθρο.

 

Η απόφαση για την αναγνώριση ή την εκτέλεση ΕΕΕ, εκδίδεται από την αρχή εκτέλεσης το συντομότερο δυνατόν και, με την επιφύλαξη της παραγράφου 5, το αργότερο τριάντα (30) ημέρες μετά την παραλαβή της ΕΕΕ. Ηλίας Καραγιαννάκος

 

Αν δεν συντρέχει λόγος αναβολής ή αν βρίσκονται ήδη στην κατοχή των ελληνικών αρχών αποδεικτικά στοιχεία που αφορούν στο ερευνητικό μέτρο που αναφέρει η ΕΕΕ, η αρχή εκτέλεσης εκτελεί αμελλητί το ερευνητικό μέτρο, με την επιφύλαξη της παραγράφου 5, το αργότερο ενενήντα (90) ημέρες μετά τη λήψη της παραπάνω απόφασης.

 

Όταν σε συγκεκριμένη περίπτωση η αρχή εκτέλεσης δεν μπορεί να τηρήσει τις προθεσμίες των παραγράφων 2 και 3, ενημερώνει αμελλητί την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης με οποιονδήποτε τρόπο, αναφέροντας τους λόγους καθυστέρησης και τον χρόνο που εκτιμά ότι θα χρειαστεί για την έκδοση της απόφασης. Στην περίπτωση αυτή, η προθεσμία της παραγράφου 3 μπορεί να παραταθεί κατά τριάντα (30) ημέρες κατ’ ανώτατο όριο.

 

 

 

Διαβίβαση αποδεικτικών στοιχείων Νομικό Κέντρο Εκπαίδευσης - Ευρωπαϊκό ποινικό

 

Στο πλαίσιο εκτέλεσης της ΕΕΕ, η αρχή εκτέλεσης διαβιβάζει αμελλητί στο κράτος έκδοσης τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκέντρωσε, ή που βρίσκονται ήδη στην κατοχή των αρμόδιων ελληνικών αρχών. Εφόσον ζητείται στην ΕΕΕ και επιτρέπεται σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία, τα αποδεικτικά στοιχεία διαβιβάζονται απευθείας στις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης που συνδράμουν την εκτέλεση της ΕΕΕ, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 11.

 

 

 

Ένδικα μέσα

 

Για ερευνητικά μέτρα για τα οποία εκδίδεται ΕΕΕ, μπορούν να ασκηθούν ένδικα βοηθήματα και ένδικα μέσα που προβλέπονται στην ελληνική νομοθεσία και εντός των προθεσμιών που αντίστοιχα τάσσονται. Ηλίας Καραγιαννάκος

 

Η έκδοση της ΕΕΕ μπορεί να προσβληθεί για ουσιαστικούς λόγους μόνον ενώπιον αρμοδίων αρχών του κράτους έκδοσης, υπό τον όρο τήρησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ελλάδα.

 

Η προθεσμία για την άσκηση ένδικου μέσου είναι ίδια με αυτή που προβλέπεται σε παρόμοια εσωτερική υπόθεση και εφαρμόζεται κατά τρόπο που εγγυάται την αποτελεσματική του άσκηση από τα ενδιαφερόμενα μέρη.

 

Τυχόν νομική αμφισβήτηση δεν αναστέλλει την εκτέλεση του ερευνητικού μέτρου, εκτός αν αυτό προβλέπεται ρητά από το ελληνικό δίκαιο. ΝΟΜΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ - ΣΙΝΑ 9

 

Αν ένδικο μέσο ή βοήθημα κατά της αναγνώρισης ή εκτέλεσης μιας ΕΕΕ γίνει δεκτό, λαμβάνεται υπόψη σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο. Βάσει των εθνικών δικονομικών κανόνων, οι ελληνικές αρχές διασφαλίζουν ότι σε ποινικές διαδικασίες στο κράτος έκδοσης, τα δικαιώματα υπεράσπισης και δίκαιης δίκης γίνονται σεβαστά κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν δυνάμει ΕΕΕ.

 

  

 

 

 

Ποινική ευθύνη υπαλλήλων

 

Κατά το διάστημα που ενεργούν στην Ελλάδα στο πλαίσιο του παρόντος νόμου, οι υπάλληλοι του κράτους έκδοσης θεωρούνται υπάλληλοι κατά την έννοια της περίπτωσης α΄ του άρθρου 13 του Ποινικού Κώδικα, όσον αφορά εγκλήματα που διαπράττονται εις βάρος τους ή από τους ίδιους.

 

 

 

Αστική Ευθύνη Υπαλλήλων

 

Όταν υπάλληλοι κράτους-μέλους ενεργούν στην Ελλάδα στο πλαίσιο του παρόντος νόμου, το κράτος-μέλος από το οποίο προέρχονται υπέχει ευθύνη για παράνομη πράξη ή παράλειψη που τέλεσαν και είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 104 και 105 του ΕισΝΑΚ (α.ν. 2783/1941, Α΄ 29).

 

 

 

Προσωρινή μεταγωγή κρατουμένων στο κράτος έκδοσης για την εκτέλεση ερευνητικού μέτρου

 

 

 

Η ελληνική αρχή έκδοσης εκδίδει ΕΕΕ για την προσωρινή μεταγωγή προσώπου που κρατείται στο κράτος εκτέλεσης, με σκοπό την εκτέλεση ερευνητικού μέτρου για τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων, όταν η παρουσία του στη χώρα κρίνεται αναγκαία. Η προσωρινή μεταγωγή εκτελείται, υπό την προϋπόθεση της επανόδου του μεταχθέντος εντός της οριζόμενης από το κράτος εκτέλεσης προθεσμίας.

 

Η ΕΕΕ της προηγούμενης παραγράφου δεν εκτελείται όταν συντρέχει ένας από τους λόγους του άρθρου 13 ή μία από τις παρακάτω περιπτώσεις: α) ο κρατούμενος δεν συναινεί ή β) η μεταγωγή παρατείνει τον χρόνο κράτησής του. Στην περίπτωση α΄ του προηγούμενου εδαφίου, αν λόγω της ηλικίας ή της πνευματικής ή σωματικής κατάστασης του κρατουμένου κριθεί αναγκαίο από την αρχή εκτέλεσης, παρέχεται στον νόμιμο αντιπρόσωπό του η δυνατότητα διατύπωσης γνώμης σχετικά με την προσωρινή μεταγωγή.

 

 

 

 

 

Εξέταση με εικονοτηλεδιάσκεψη ή άλλου είδους οπτικοακουστική μετάδοση

 

Η αρχή έκδοσης εκδίδει ΕΕΕ για την εξέταση μάρτυρα ή πραγματογνώμονα με εικονοτηλεδιάσκεψη ή άλλου είδους οπτικοακουστική μετάδοση, αν το πρόσωπο αυτό βρίσκεται στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης και κριθεί ότι πρέπει να εξεταστεί ως μάρτυρας ή πραγματογνώμονας από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης, όπως προβλέπεται στις παραγράφους 5 έως 7. ΕΕΕ σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο προηγούμενο εδάφιο εκδίδεται και για την εξέταση υπόπτου ή κατηγορουμένου με εικονοτηλεδιάσκεψη ή με άλλου είδους οπτικοακουστική μετάδοση.

 

Η αρχή εκτέλεσης αρνείται την εκτέλεση ΕΕΕ της προηγούμενης παραγράφου, αν συντρέχει ένας από τους λόγους του άρθρου 13 ή μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

 

α) δεν συναινεί ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος ή

 

β) η εκτέλεση ενός τέτοιου ερευνητικού μέτρου σε συγκεκριμένη υπόθεση αντίκειται στην εσωτερική νομοθεσία.

 

ίδρυμα όπου τηρείται ο λογαριασμός, διαθέτει τα στοιχεία που ζητούνται με την ΕΕΕ.

 



0 σχόλια
]]>
http://legalcenter.gr/page34.php?post=32
ΝΟΜΟΣ 4446 ΦΕΚ Α 240/22.12.2016 10/3/2017 11:13:49 PM
http://www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomothesia/n%204446.htm

0 σχόλια
]]>
http://legalcenter.gr/page34.php?post=31
Διαχειριστής αφερεγγυότητας : Αρθρο του Γεράσιμου Αναστασόπουλου 26/1/2017 12:01:22 AM

 

Ο νέος θεσμός του «Διαχειριστή αφερεγγυότητας»

 

Από 1-1-2017 οι αρμοδιότητες συγκεκριμένων οργάνων της πτωχευτικής και εξυγιαντικής διαδικασίας  θα μπορούν να ασκηθούν μόνο από πρόσωπα που έχουν αποκτήσει την ιδιότητα του διαχειριστή αφερεγγυότητας.

 

 

Οι τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις άσκησης του επαγγέλματος του διαχειριστή αφερεγγυότητας ορίζονται με το ΠΔ 133/2016 ιδίως: τα επαγγελματικά προσόντα που απαιτούνται για την πρόσβαση στο επάγγελμα, ο τρόπος οργάνωσης του επαγγέλματος, ο διορισμός και η παύση του διαχειριστή, η εποπτεία του, οι επιμέρους αρμοδιότητές του σε σχέση με τις προβλεπόμενες διαδικασίες του Πτωχευτικού Κώδικα καθώς και τα ζητήματα της ευθύνης και τις κυρώσεις από τη μη άσκησή τους.  Αρμόδια δημόσια Αρχή για την οργάνωση και παρακολούθηση του επαγγέλματος είναι η Επιτροπή Διαχείρισης Αφερεγγυότητας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

 

 

Ποιες θέσεις απαιτούν την ιδιότητα του  διαχειριστής αφερεγγυότητας

 

Την ιδιότητα του διαχειριστή αφερεγγυότητας πρέπει να έχουν απαραίτητα πρόσωπα που αναλαμβάνουν καθήκοντα:

 

  1. σύνδικου πτώχευσης,
  2. ειδικού διαχειριστή του ν. 4307/2014,
  3. ειδικού εντολοδόχου της διαδικασίας εξυγίανσης, 
  4. σε κάθε άλλη δραστηριότητα για την οποία ορίζεται στη νομοθεσία ότι η άσκησή της ανατίθεται σε διαχειριστή αφερεγγυότητας.   

 

Ποιοι μπορούν να διορισθούν

Την ιδιότητα μπορούν να αποκτήσουν μετά από συγκεκριμένη διαδικασία:

 

Α. Δικηγόροι με πενταετή άσκηση επαγγέλματος 

Β. Νόμιμοι ελεγκτές ή  λογιστές – φοροτεχνικοί Α’ Τάξης με πενταετή άσκηση του επαγγέλματος.

 

Διαδικασία διορισμού  

 

Α. Εξετάσεις.

Οι εξετάσεις για την απόκτηση της άδειας του διαχειριστή αφερεγγυότητας είναι πανελλήνιες και διενεργούνται εντός του τελευταίου τριμήνου έκαστου έτους, μετά από προκήρυξη της αρμόδιας Αρχής που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τουλάχιστον σαράντα (40) ημέρες πριν από την ημερομηνία διεξαγωγής τους και αναρτάται στο διαδικτυακό τόπο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Κατ΄ εξαίρεση οι πρώτες εξετάσεις θα διενεργηθούν όποτε αποφασίσει η αρμόδια Αρχή.

Τα γνωστικά αντικείμενα στα οποία εξετάζονται οι υποψήφιοι είναι αστικό δίκαιο (γενικές αρχές, ενοχικό, εμπράγματο), εμπορικό δίκαιο (γενικό εμπορικό, δίκαιο εταιριών, πτωχευτικό), γενικές αρχές λογιστικής και φορολογίας επιχειρήσεων.

 

 

Β. Διορισμός.

Οι επιτυχόντες των εξετάσεων λαμβάνουν άδεια διαχειριστή αφερεγγυότητας και εγγράφονται στη Β΄ βαθμίδα του σχετικού μητρώου.  Η άδεια ανανεώνεται κάθε τέσσερα χρόνια και για την ανανέωσή της ο διαχειριστής αφερεγγυότητας είναι υποχρεωμένος να συμμετέχει σε προγράμματα διαρκούς επιμόρφωσης, που διοργανώνονται από πιστοποιημένους φορείς επιμόρφωσης

 

Επαγγελματική εξέλιξη 

Οι διαχειριστές αφερεγγυότητας Β΄βαθμίδας οι οποίοι αποδεικνύουν ευδόκιμη επαγγελματική πείρα σε θέματα αφερεγγυότητας διάρκειας πέντε (5) ετών, μπορούν να εγγραφούν στην Α΄βαθμίδα.

Είναι δυνατός ο διορισμός απευθείας στην Α΄ βαθμίδα αν ο επιτυχών στις εξετάσεις (δικηγόρος ή λογιστής) έχει ασκήσει το επάγγελμά του τουλάχιστον  δέκα έτη και έχει  αποδεδειγμένα ασκήσει καθήκοντα  συνδίκου ή εκκαθαριστή σε τουλάχιστον τρεις υποθέσεις.

Οι διαχειριστές Β΄ βαθμίδας μπορούν να διορίζονται σε διαδικασίες οφειλετών που ορίζονται ως πολύ μικρές και μικρές οντότητες σύμφωνα με το Ν. 4308/2014 ενώ οι διαχειριστές Α΄ βαθμίδας σε  διαδικασίες οφειλετών κάθε μεγέθους.

Η αμοιβή του διαχειριστή αφερεγγυότητας διέπεται από τις διατάξεις της οικείας νομοθεσίας που ρυθμίζει τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητές του. Ως κριτήρια για τον προσδιορισμό της αμοιβής αυτής λαμβάνονται ιδίως η οικονομική αξία και το είδος της υπόθεσης, η επιμέλεια, η ικανότητα και εμπειρία του διαχειριστή, το είδος και η ποιότητα της παρασχεθείσας επιστημονικής εργασίας εκ μέρους του και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε και βαρύνουν τον ίδιο.



0 σχόλια
]]>
http://legalcenter.gr/page34.php?post=30
Απέλαση - Γνωμοδότηση ΕισΑΠ 10/10/2016 11:05:55 PM Διαβάστε εδώ τη γνωμοδότηση του ΕισΑΠ για την απέλαση αλλοδαπού με ερμηνεία του ΠΚ 74

www.legalcenter.gr/apelasi.pdf


0 σχόλια
]]>
http://legalcenter.gr/page34.php?post=29
Νόμος ν.4411/2016 – Τροποποίηση ΠΚ 10/10/2016 10:50:27 PM

Νόμος ν.4411/2016 – Τροποποίηση ΠΚ

1. Στο άρθρο 13 του Ποινικού Κώδικα προστίθενται περιπτώσεις η' και θ' ως εξής:
«η) Πληροφοριακό σύστημα είναι συσκευή ή ομάδα διασυνδεδεμένων ή σχετικών μεταξύ τους συσκευών, εκ των οποίων μία ή περισσότερες εκτελούν, σύμφωνα με ένα πρόγραμμα, αυτόματη επεξεργασία ψηφιακών δεδομένων, καθώς και τα ψηφιακά δεδομένα που αποθηκεύονται, αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας, ανακτώνται ή διαβιβάζονται από την εν λόγω συσκευή ή την ομάδα συσκευών με σκοπό τη λειτουργία, τη χρήση, την προστασία και τη συντήρηση των συσκευών αυτών.
θ) Ψηφιακά δεδομένα είναι η παρουσίαση γεγονότων, πληροφοριών ή εννοιών σε μορφή κατάλληλη προς επεξεργασία από πληροφοριακό σύστημα, συμπεριλαμβανομένου προγράμματος που παρέχει τη δυνατότητα στο πληροφοριακό σύστημα να εκτελέσει μια λειτουργία».

 2. Μετά το άρθρο 292Α του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 292Β ως εξής:
«Άρθρο 292Β Παρακώλυση λειτουργίας πληροφοριακών συστημάτων
1. Όποιος χωρίς δικαίωμα παρεμποδίζει σοβαρά ή διακόπτει τη λειτουργία συστήματος πληροφοριών με την εισαγωγή, διαβίβαση, διαγραφή, καταστροφή, αλλοίωση ψηφιακών δεδομένων ή με αποκλεισμό της πρόσβασης στα δεδομένα αυτά, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών.
2. Η πράξη της πρώτης παραγράφου τιμωρείται:
α) με φυλάκιση από ένα (1) έως τρία (3) έτη, αν τελέστηκε με τη χρήση εργαλείου που έχει σχεδιαστεί κατά κύριο λόγο για πραγματοποίηση επιθέσεων που επηρεάζουν μεγάλο αριθμό συστημάτων πληροφοριών ή επιθέσεων που προκαλούν σοβαρές ζημίες και ιδίως επιθέσεων που προκαλούν μεγάλης έκτασης ή για μεγάλο χρονικό διάστημα διατάραξη των υπηρεσιών των συστημάτων πληροφοριών, οικονομική ζημιά ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή σημαντική απώλεια δεδομένων, β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, αν προκάλεσε σοβαρές ζημίες και ιδίως μεγάλης έκτασης ή για μεγάλο χρονικό διάστημα διατάραξη των υπηρεσιών των συστημάτων πληροφοριών, οικονομική ζημία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή σημαντική απώλεια δεδομένων και γ) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, αν τελέστηκε κατά συστημάτων πληροφοριών που αποτελούν μέρος υποδομής για την προμήθεια του πληθυσμού με ζωτικής σημασίας αγαθά ή υπηρεσίες. Ως ζωτικής σημασίας αγαθά ή υπηρεσίες νοούνται ιδίως η εθνική άμυνα, η υγεία, οι συγκοινωνίες, οι μεταφορές και η ενέργεια.
3. Αν οι πράξεις των προηγούμενων παραγράφων τελέστηκαν στο πλαίσιο δομημένης και με διαρκή δράση ομάδας τριών ή περισσότερων προσώπων, που επιδιώκει την τέλεση περισσότερων εγκλημάτων του παρόντος άρθρου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών.
4. Για την ποινική δίωξη της πράξης της παραγράφου 1 απαιτείται έγκληση».

 3. Μετά το άρθρο 292Β του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 292Γ ως εξής:
«Άρθρο 292Γ
Με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών τιμωρείται όποιος χωρίς δικαίωμα και με σκοπό τη διάπραξη των εγκλημάτων του άρθρου 292Β παράγει, πωλεί, προμηθεύεται προς χρήση, εισάγει, κατέχει, διανέμει ή με άλλο τρόπο διακινεί: α) συσκευές ή προγράμματα υπολογιστή, σχεδιασμένα ή προσαρμοσμένα κυρίως για το σκοπό της διάπραξης των εγκλημάτων του άρθρου 292Β, β) συνθηματικά ή κωδικούς πρόσβασης ή άλλα παρεμφερή δεδομένα με τη χρήση των οποίων είναι δυνατόν να αποκτηθεί πρόσβαση στο σύνολο ή μέρος ενός πληροφοριακού συστήματος».

4. Οι παράγραφοι 2 και 5 του άρθρου 348Α του Ποινικού Κώδικα αντικαθίστανται ως εξής:
«2. Όποιος με πρόθεση παράγει, προσφέρει, πωλεί ή με οποιονδήποτε τρόπο διαθέτει, διανέμει, διαβιβάζει, αγοράζει, προμηθεύεται ή κατέχει υλικό παιδικής πορνογραφίας ή διαδίδει πληροφορίες σχετικά με την τέλεση των παραπάνω πράξεων, μέσω πληροφοριακών συστημάτων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως τριακοσίων χιλιάδων ευρώ.
5. Όποιος εν γνώσει αποκτά πρόσβαση σε υλικό παιδικής πορνογραφίας μέσω πληροφοριακών συστημάτων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους».

 

5. Το άρθρο 348Β του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 348Β
Προσέλκυση παιδιών για γενετήσιους λόγους
Όποιος με πρόθεση, μέσω πληροφοριακών συστημάτων, προτείνει σε ανήλικο που δεν συμπλήρωσε τα δεκαπέντε έτη, να συναντήσει τον ίδιο ή τρίτο, με σκοπό τη διάπραξη σε βάρος του ανηλίκου των αδικημάτων των άρθρων 339 παράγραφοι 1 και 2 ή 348Α, όταν η πρόταση αυτή ακολουθείται από περαιτέρω πράξεις που οδηγούν σε μία τέτοια συνάντηση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως διακοσίων χιλιάδων ευρώ».

 

6. Το άρθρο 370Γ του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 370Γ
Παράνομη πρόσβαση σε πληροφοριακό σύστημα
1. Όποιος χωρίς δικαίωμα αντιγράφει ή χρησιμοποιεί προγράμματα υπολογιστών, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και με χρηματική ποινή διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ έως πέντε χιλιάδων εννιακοσίων (5.900) ευρώ.
2. Όποιος χωρίς δικαίωμα αποκτά πρόσβαση στο σύνολο ή τμήμα πληροφοριακού συστήματος ή σε στοιχεία που μεταδίδονται με συστήματα τηλεπικοινωνιών, παραβιάζοντας απαγορεύσεις ή μέτρα ασφαλείας που έχει λάβει ο νόμιμος κάτοχός του, τιμωρείται με φυλάκιση. Αν η πράξη αναφέρεται στις διεθνείς σχέσεις ή την ασφάλεια του κράτους, τιμωρείται κατά το άρθρο 148.
3. Αν ο δράστης είναι στην υπηρεσία του νόμιμου κατόχου του πληροφοριακού συστήματος ή των στοιχείων, η πράξη της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται μόνο αν απαγορεύεται ρητά από εσωτερικό κανονισμό ή από έγγραφη απόφαση του κατόχου ή αρμόδιου υπαλλήλου του.
4. Οι πράξεις των παραγράφων 1 έως 3 διώκονται ύστερα από έγκληση».

7. Μετά το άρθρο 370Γ του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 370Δ ως εξής:
«Άρθρο 370Δ
1. Όποιος, αθέμιτα, με τη χρήση τεχνικών μέσων, παρακολουθεί ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα μη δημόσιες διαβιβάσεις δεδομένων ή ηλεκτρομαγνητικές εκπομπές από, προς ή εντός πληροφοριακού συστήματος ή παρεμβαίνει σε αυτές με σκοπό ο ίδιος ή άλλος να πληροφορηθεί το περιεχόμενο τους, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών.
2. Με την ποινή της παραγράφου 1 τιμωρείται όποιος κάνει χρήση της πληροφορίας ή του υλικού φορέα επί του οποίου αυτή έχει αποτυπωθεί με τους τρόπους που προβλέπεται στην παράγραφο 1.
3. Αν οι πράξεις των παραγράφων 1 και 2 συνεπάγονται παραβίαση στρατιωτικού ή διπλωματικού απορρήτου ή αφορούν απόρρητο που αναφέρεται στην ασφάλεια του Κράτους σε καιρό πολέμου τιμωρούνται κατά το άρθρο 146».

 

8. Μετά το άρθρο 370Δ του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 370Ε ως εξής:
«Άρθρο 370Ε
Με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών τιμωρείται όποιος χωρίς δικαίωμα και με σκοπό τη διάπραξη κάποιου από τα εγκλήματα των άρθρων 370Β, 370Γ παράγραφοι 2 και 3 και 370Δ παράγει, πωλεί, προμηθεύεται προς χρήση, εισάγει, κατέχει, διανέμει ή με άλλο τρόπο διακινεί: α) συσκευές ή προγράμματα υπολογιστή, σχεδιασμένα ή προσαρμοσμένα κυρίως για το σκοπό της διάπραξης κάποιου από τα εγκλήματα των άρθρων 370Β, 370Γ και 370Δ, β) συνθηματικά ή κωδικούς πρόσβασης ή άλλα παρεμφερή δεδομένα με τη χρήση των οποίων είναι δυνατόν να αποκτηθεί πρόσβαση στο σύνολο ή μέρος ενός πληροφοριακού συστήματος».

 

9. Μετά το άρθρο 381 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 381Α ως εξής:
«Άρθρο 381Α
Φθορά ηλεκτρονικών δεδομένων
1. Όποιος χωρίς δικαίωμα διαγράφει, καταστρέφει, αλλοιώνει ή αποκρύπτει ψηφιακά δεδομένα ενός συστήματος πληροφοριών, καθιστά ανέφικτη τη χρήση τους ή με οποιονδήποτε τρόπο αποκλείει την πρόσβαση στα δεδομένα αυτά, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία (3) έτη. Σε ιδιαίτερα ελαφρές περιπτώσεις, το δικαστήριο μπορεί, εκτιμώντας τις περιστάσεις τέλεσης, να κρίνει την πράξη ατιμώρητη.
2. Η πράξη της πρώτης παραγράφου τιμωρείται: α) με φυλάκιση από ένα (1) έως τρία (3) έτη, αν τελέστηκε με τη χρήση εργαλείου που έχει σχεδιαστεί κατά κύριο λόγο για πραγματοποίηση επιθέσεων που επηρεάζουν μεγάλο αριθμό συστημάτων πληροφοριών ή επιθέσεων που προκαλούν σοβαρές ζημίες και ιδίως επιθέσεων που προκαλούν μεγάλης έκτασης ή για μεγάλο χρονικό διάστημα διατάραξη των υπηρεσιών των συστημάτων πληροφοριών, οικονομική ζημία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή σημαντική απώλεια δεδομένων, β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, αν προκάλεσε σοβαρές ζημίες και ιδίως μεγάλης έκτασης ή για μεγάλο χρονικό διάστημα διατάραξη των υπηρεσιών των συστημάτων πληροφοριών, οικονομική ζημία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή σημαντική απώλεια δεδομένων και γ) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, αν τελέστηκε κατά συστημάτων πληροφοριών που αποτελούν μέρος υποδομής για την προμήθεια του πληθυσμού με ζωτικής σημασίας αγαθά ή υπηρεσίες. Ως ζωτικής σημασίας αγαθά ή υπηρεσίες νοούνται ιδίως η εθνική άμυνα, η υγεία, οι συγκοινωνίες, οι μεταφορές και η ενέργεια.
3. Αν οι πράξεις των προηγούμενων παραγράφων τελέστηκαν στο πλαίσιο δομημένης και με διαρκή δράση ομάδας τριών ή περισσότερων προσώπων, που επιδιώκει την τέλεση περισσότερων εγκλημάτων του παρόντος άρθρου, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών.
4. Για την ποινική δίωξη της πράξης της παραγράφου 1 απαιτείται έγκληση».

10. Μετά το άρθρο 381Α του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 381Β ως εξής:
«Άρθρο 381Β
Με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών, τιμωρείται όποιος χωρίς δικαίωμα και με σκοπό τη διάπραξη κάποιου από τα εγκλήματα του άρθρου 381Α παράγραφοι 1, 2 και 3 παράγει, πωλεί, προμηθεύεται προς χρήση, εισάγει, κατέχει διανέμει ή με άλλο τρόπο διακινεί: α) συσκευές ή προγράμματα υπολογιστή, σχεδιασμένα ή προσαρμοσμένα κυρίως για το σκοπό της διάπραξης κάποιου από τα εγκλήματα του άρθρου 381Α, β) συνθηματικά ή κωδικούς πρόσβασης ή άλλα παρεμφερή δεδομένα με τη χρήση των οποίων είναι δυνατόν να αποκτηθεί πρόσβαση στο σύνολο ή μέρος ενός πληροφοριακού συστήματος».

11. Το άρθρο 386Α του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 386Α
Απάτη με υπολογιστή
Όποιος, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, επηρεάζοντας το αποτέλεσμα της διαδικασίας επεξεργασίας ψηφιακών δεδομένων είτε με τη μη ορθή διαμόρφωση προγράμματος υπολογιστή είτε με χρησιμοποίηση μη ορθών ή ελλιπών στοιχείων είτε με τη χωρίς δικαίωμα χρήση δεδομένων είτε με τη χωρίς δικαίωμα παρέμβαση σε πληροφοριακό σύστημα, τιμωρείται με τις ποινές του προηγούμενου άρθρου. Περιουσιακή βλάβη υφίσταται και αν τα πρόσωπα που την υπέστησαν είναι άδηλα. Για την εκτίμηση του ύψους της ζημίας είναι αδιάφορο αν οι παθόντες είναι ένα ή περισσότερα άτομα».



3 σχόλια
]]>
http://legalcenter.gr/page34.php?post=28
Το ΔΕΕ απαγορεύει παραγραφή ποινικής υπόθεσης 11/7/2016 1:44:07 PM Στην υπόθεση Taricco το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης  αποφάνθηκε ότι τα εθνικά ποινικά δικαστήρια ενός κράτους μέλους (εν προκειμένω της Ιταλίας) υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν τις διατάξεις του εθνικού δικαίου περί παραγραφής, όταν αυτές δεν επιτρέπουν την αποτελεσματική καταστολή εγκληματικών πράξεων στρεφομένων κατά των δημοσιονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 325 παρ. 1 και 2  ΣΛΕΕ και συγκεκριμένα την επιβολή ποινής με αμετάκλητη απόφαση για  έγκλημα πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής του.  Tούτο δε διότι στην περίπτωση αυτή οι διατάξεις του εθνικού δικαίου για την παραγραφή υποχωρούν καθόσον το δίκαιο της ΕΕ υπερέχει «αυτομάτως» έναντι του εθνικού και καθιστά αυτοδικαίως μη εφαρμοστέα κάθε αντίθετη διάταξη εθνικού δικαίου. Εισικότερα, επειδή το ΔΕΕ προέβλεψε ότι η αμετάκλητη καταδίκη ήταν πρακτικά αδύνατη εντός του χρόνου παραγραφής, παρήγγειλε το ιταλικό δικαστήριο να μην εφαρμόσει τις εθνικές διατάξεις περί παραγραφής στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει του άρθρ. 325 ΣΛΕΕ.
Από την εισήγηση του καθηγητή Κ. Χ. Μυλωνόπουλου στο Συνέδριο της ΕΕΠ 2016, Πάτρα


0 σχόλια
]]>
http://legalcenter.gr/page34.php?post=27
ΑΠ 123/2015 - ενδεχόμενος δόλος 22/2/2016 10:49:33 PM .... Με άμεσο δόλο, κατά την έννοια του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, ενεργεί όποιος επιδιώκει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και αυτός που δεν το επιδιώκει, αλλά προβλέπει ότι τούτο αποτελεί την αναγκαία συνέπεια της πράξεως ή παραλείψεώς του και δεν αφίσταται αυτής, ενώ με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος ο οποίος προβλέπει ως ενδεχόμενο το εγκληματικό αποτέλεσμα και το αποδέχεται. Ενδεχόμενος δόλος, η ύπαρξη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δράστης δεν προβλέπει μεν το εγκληματικό αποτέλεσμα, αλλά επιδιώκει σε κάτι άλλο, προβλέπει, όμως, ότι η εκπλήρωση της επιδιώξεώς του αυτής θα έχει ως πιθανή συνέπεια την πραγμάτωση του εγκληματικού αποτελέσματος και, παρά ταύτα, προχωρεί στην τέλεση της πράξεώς του.

Για τον προσδιορισμό της εννοίας της αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος εκ μέρους του δράστη, του βουλητικού, δηλαδή, στοιχείου του ενδεχομένου δόλου, η επιστήμη, αλλά και η νομολογία δεν ανατρέχουν στους χώρους του συναισθηματικού, αλλά στο γνωσιολογικό στοιχείο, το οποίο ενεργεί συμπληρωματικά. Προσφέρει, δηλαδή, κατάλληλες ενδείξεις για τη βουλητική στάση του δράστη, προσδίδοντας σ' αυτή το ακριβές περιεχόμενο της. Έτσι, "αποδέχομαι" τον κίνδυνο επελεύσεως του αποτελέσματος σημαίνει ότι σταθμίζω τα υπέρ και τα κατά με βάση τα δεδομένα στοιχεία και αποφασίζω να προβώ στην πράξη, για το λόγο ότι αυτό είναι σημαντικότερο από το φόβο μήπως επέλθει τελικώς το αποτέλεσμα.

Ένα από τα κυριότερα αντικειμενικά κριτήρια που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό του γνωσιολογικού στοιχείου και, κατά συνέπεια, της βουλητικής στάσεως του δράστη, είναι το ποσοστό επικινδυνότητας, η χρησιμότητά του οποίου ως ενδεικτικού στοιχείου της βουλητικής στάσεως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, γιατί όταν ένας δράστης προβαίνει στο εγχείρημα, παρά το υψηλό ποσοστό κινδύνου, λογικό είναι να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι αποδέχεται το αποτέλεσμα. Η "ελπίδα" και κατά μείζονα λόγο η απλή ευχή ή επιθυμία του δράστη να μην επέλθει το προβλεπόμενο από αυτόν ως ενδεχόμενο εγκληματικό αποτέλεσμα, εντάσσονται στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου και όχι στο πεδίο της συγγενούς προς αυτόν εννοίας της "ενσυνείδητης αμέλειας", για τη συνδρομή της οποίας απαιτείται όχι ελπίδα, αλλά πίστη περί μη επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Τούτο καθ' όσον η συνέχιση της κινδυνώδους δραστηριότητας, έστω και με την ελπίδα αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος, καταδεικνύει ότι σπουδαιότερη για το δράστη είναι η επίτευξη του τελικού σκοπού του, παρά η διαφύλαξη του εννόμου αγαθού, του οποίου πιθανολογείται η βλάβη. Προς την κατεύθυνση αυτή έχει εξελιχθεί και ο προσδιορισμός της εννοίας του ενδεχομένου δόλου από την επιστήμη και γίνεται δεκτό ότι τέτοιος δόλος υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δράστης έλαβε σοβαρά υπ' όψη το ενδεχόμενο πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και, αφού το στάθμισε με ό,τι επεδίωκε με την πράξη του, έκρινε αυτό ως τόσο σημαντικό, ώστε ακόμη και αν το αξιόποινο αποτέλεσμα δεν ήταν γι' αυτόν αποδεκτό ή ήταν ακόμη και αποδοκιμαστέο, αποφάσισε, παρά ταύτα, να προχωρήσει στην πράξη, ελπίζοντας, ευχόμενος στην καλύτερη περίπτωση, ότι το αποτέλεσμα τελικώς δεν θα επέλθει. Η αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί, κατά τα ανωτέρω, το κυρίαρχο στοιχείο της έννοιας του ενδεχομένου δόλου και εννοιολογικά είναι εντελώς διαφορετική από την πίστη ότι δεν θα επέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα, η οποία αποτελεί, κατά το άρθρο 28 του ΠΚ, στοιχείο της ενσυνείδητης αμέλειας, αλλά και την ειδοποιό διαφορά μεταξύ αυτής και ενδεχομένου δόλου, αφού η πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί κοινό στοιχείο και των δύο. Δηλαδή ο ενδεχόμενος δόλος και η ενσυνείδητη αμέλεια μοιάζουν στο γνωστικό ή διανοητικό στοιχείο, αφού και στις δύο περιπτώσεις ο δράστης πιθανολογεί την επέλευση του αποτελέσματος. Διαφέρουν όμως ριζικά στο βουλητικό στοιχείο, διότι στην ενσυνείδητη αμέλεια ο δράστης αποκρούει εσωτερικά το αποτέλεσμα, ενεργεί όμως, γιατί εσφαλμένα πιστεύει ότι θα το αποφύγει, ενώ στον ενδεχόμενο δόλο ο δράστης την κρίσιμη χρονική στιγμή της πράξεως ή της παραλείψεώς του δεν απώθησε από τη συνείδηση του το εγκληματικό αποτέλεσμα που είχε προβλέψει και, εντεύθεν, το επιδοκίμασε. Ώστε λοιπόν ενδεχόμενος δόλος υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει το αποτέλεσμα ως πιθανό (ενδεχόμενο) και το αποδέχεται, υπό την έννοια ότι το επιδοκιμάζει ή συμβιβάζεται με αυτό, δηλαδή προχωρεί στην επιδίωξη του στόχου του παρά τον υψηλό βαθμό επικινδυνότητας της συμπεριφοράς του, αδιαφορεί για την τύχη του εννόμου αγαθού, ενώ συγχρόνως δεν έχει λόγους να πιστεύει σε μια επιτυχή έκβαση του πράγματος και στη μη επέλευση του αποτελέσματος. Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 26 και 27 ΠΚ στις οποίες γίνεται λόγος περί των ειδών του δόλου προκύπτει ότι ενδεχόμενος δόλος υπάρχει όταν ο δράστης αν και κατευθύνει την βούληση και τις ενέργειες του σε κάποιο αξιόποινο αποτέλεσμα γνωρίζει ότι από τις ενέργειες του μπορεί να προκληθεί και άλλο αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο αποδέχεται (ΑΠ 1977/1985, ΑΠ 519/1987) η αποδοχή δε αυτή ως ενδεικτικός παράγων προσδιορισμού του βαθμού της αποδοχής του πιθανολογούμενου αποτελέσματος εκ μέρους του δράστη κρίνεται κυρίως με αντικειμενικά δεδομένα από τα οποία αφ' ενός μεν θα κριθεί το ποσοστό επικινδυνότητας το οποίο ο δράστης είχε υπ" όψη του κατά την ενέργεια της συγκεκριμένης πράξης και αφ' ετέρου το βουλητικό στοιχείο του δράστη περί του αν τα αποτελέσματα της πράξης ευρίσκονται μέσα στα πλαίσιο της βούλησης του τα οποία δεν μπορούν να αμφισβητηθούν όταν ο δράστης προβαίνει σε εγχείρημα με πάρα πολύ υψηλό ποσοστό κινδύνου οπότε είναι λογικό να συμπεράνουμε ότι η αποδοχή των αποτελεσμάτων της πράξης του ευρίσκεται μέσα στην από την αρχή επιδειχθείσα βούληση του (Ανδρουλάκης Π.Χ ΜΑ19, Α Χαραλαμπάκης Π.Χ ΜΕ -1189, ΑΠ768/2013 ,ΑΠ 720/2011,1547/2009, ΑΠ 1999/2006.)


2 σχόλια
]]>
http://legalcenter.gr/page34.php?post=26
Κυριότερες αλλαγές του ν.4356/2015 στον Ποινικό Κώδικα 28/12/2015 12:01:15 PM

 

Το άρθρο 81Α του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

«Έγκλημα με ρατσιστικά χαρακτηριστικά
Εάν από τις περιστάσεις προκύπτει ότι έχει τελεστεί έγκλημα κατά παθόντος, η επιλογή του οποίου έγινε λόγω των χαρακτηριστικών φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής γενεαλογικών καταβολών, θρησκείας, αναπηρίας, σεξουαλικού προ
σανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου το πλαίσιο ποινής διαμορφώνεται ως εξής: α) Στην περίπτωση πλημμελήματος, που τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος, το κατώτερο όριο της ποινής αυξάνεται στους έξι (6) μήνες και το ανώτερο όριο αυτής στα δύο (2) έτη. Στις λοιπές περιπτώσεις πλημμελημάτων το κατώτερο όριο ποινής αυξάνεται κατά ένα (1) έτος. β) Στην περίπτωση κακουργήματος, που το προβλεπόμενο πλαίσιο ποινής ορίζεται σε πέντε (5) έως δέκα (10) έτη, το κατώτερο όριο ποινής αυξάνεται κατά δύο (2) έτη. Στις λοιπές περιπτώσεις κακουργημάτων το κατώτερο όριο ποινής αυξάνεται κατά τρία (3) έτη. γ) Στην περίπτωση εγκλήματος, που τιμωρείται με χρηματική ποινή, το κατώτερο όριο αυτής διπλασιάζεται. Σε περίπτωση μετατροπής της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί κατά τα παραπάνω, το ποσό της μετατροπής δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το διπλάσιο του κατώτατου ορίου του προβλεπόμενου ποσού μετατροπής.»
 

Το άρθρο 292 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Όποιος με πρόθεση παρεμποδίζει τη λειτουργία κοινόχρηστης εγκατάστασης που εξυπηρετεί τη συγκοινωνία και ιδίως αυτοκινητοδρόμου, σιδηροδρόμου, αεροπλάνου, λεωφορείου, ταχυδρομείου ή τηλεγράφου που προορίζονται για κοινή χρήση τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος. 2. Αν η πράξη της παραγράφου 1 είχε σημαντική διάρκεια επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι τρία (3) έτη.
 

Μετά το άρθρο 361Α του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 361Β ως εξής:
«Άρθρο 361Β 1. Όποιος προμηθεύει αγαθά ή προσφέρει υπηρεσίες ή αναγγέλλει με δημόσια πρόσκληση την παροχή ή προμήθεια αυτών αποκλείοντας από καταφρόνηση πρόσωπα λόγω των χαρακτηριστικών φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκείας, αναπηρίας, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. 2. Εάν στην πράξη της προηγούμενης παραγράφου συμμετείχαν δύο (2) ή περισσότεροι επιβάλλεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) έως είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000) ευρώ.»

Το ΠΚ 347 καταργείται

 

 

 



4 σχόλια
]]>
http://legalcenter.gr/page34.php?post=25
Τροπολογία στο ν 4356/2015 σχετική με το ΚΠΔ 177 27/12/2015 6:15:00 PM 1. Στις περιπτώσεις πράξεων κακουργηματικού χαρακτήρα, που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος ή του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς, δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 2 του άρθρου 177 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, εφόσον το αποδεικτικό μέσο αφορά πληροφορίες ή στοιχεία, στα οποία οι ανωτέρω εισαγγελείς έχουν δικαίωμα πρόσβασης κατά τις διατάξεις του άρθρου 17Α παρ. 8 εδάφιο α΄ του ν. 2523/1997 και του άρθρου 2 παρ. 5 εδάφιο α΄ του ν. 4022/2011.
2. Η χρήση του παραπάνω αποδεικτικού μέσου κατά την παραπομπή και τη δίκη γίνεται δεκτή εφόσον κριθεί αιτιολογημένα ότι: α) η βλάβη που προκαλείται με την κτήση του είναι σημαντικά κατώτερη κατά το είδος, τη σπουδαιότητα και την έκταση από τη βλάβη ή τον κίνδυνο που προκάλεσε η ερευνώμενη πράξη, β) η απόδειξη της αλήθειας θα ήταν διαφορετικά αδύνατη και γ) η πράξη με την οποία το αποδεικτικό μέσο αποκτήθηκε δεν προσβάλλει την ανθρώπινη αξία.
Διαβάστε την αιτιολογική έκθεση εδώ

0 σχόλια
]]>
http://legalcenter.gr/page34.php?post=24
Αλλαγές στον ΑΚ με το ν. 4356/2015 27/12/2015 3:21:10 PM

Τροποποίηση διατάξεων του Αστικού Κώδικα στα άρθρα 1354, 1462, 1463 και 1576 ΑΚ :

«Άρθρο 1354 : Κώλυμα από γάμο που υπάρχει ή από σύμφωνο συμβίωσης με τρίτον. Εμποδίζεται η σύναψη γάμου πριν λυθεί ή ακυρωθεί αμετάκλητα ο γάμος που υπάρχει, καθώς και πριν λυθεί ή ακυρωθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση το σύμφωνο συμβίωσης που συνδέει τον ένα μελλόνυμφο με τρίτον. Οι σύζυγοι μπορούν να επαναλάβουν την τέλεση του μεταξύ τους γάμου και πριν αυτός ακυρωθεί.»

«Άρθρο 1462 : Αγχιστεία Οι συγγενείς εξ αίματος του ενός από τους συζύγους είναι συγγενείς εξ αγχιστείας του άλλου στην ίδια γραμμή και στον ίδιο βαθμό. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση του συμφώνου συμβίωσης. Η συγγένεια εξ αγχιστείας εξακολουθεί να υπάρχει και μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης από το οποίο δημιουργήθηκε.»

«Άρθρο 1463 : Η συγγένεια του προσώπου με τη μητέρα του και τους συγγενείς της συνάγεται από τη γέννηση. Η συγγένεια με τον πατέρα και τους συγγενείς του συνάγεται από το γάμο ή το σύμφωνο συμβίωσης της μητέρας με τον πατέρα ή ιδρύεται με την αναγνώριση, εκούσια ή δικαστική.»

«Άρθρο 1576 : Αυτοδίκαιη λύση Η υιοθεσία λύνεται αυτοδικαίως και αίρεται αναδρομικά η σχέση που απορρέει από αυτήν, αν τελέσουν γάμο ή συνάψουν σύμφωνο συμβίωσης, κατά παράβαση του νόμου, ο θετός γονέας με το θετό τέκνο. Αν ο γάμος ή το σύμφωνο συμβίωσης ακυρώθηκε, διατηρούνται από τη σχέση υιοθεσίας μόνο τα περιουσιακά δικαιώματα του θετού τέκνου.»



0 σχόλια
]]>
http://legalcenter.gr/page34.php?post=23
Νόμος 4356/2015 : Σύμφωνο συμβίωσης και ποινικές διατάξεις 27/12/2015 3:18:32 PM Δημοσιεύτηκε ο νέος νόμος για το σύμφωνο συμβίωσης με αλλαγές σε ΑΚ, ΠΚ και ΚΠΔ. Δείτε το κείμενο του νόμου και κετεβάστε το από εδώ

4 σχόλια
]]>
http://legalcenter.gr/page34.php?post=22
ΟλομΑΠ 2/2014 : Ερήμην, άγνωστη διαμονή ΕΣΔΑ 27/12/2015 3:04:24 PM

ΑΠ 2/2014 (ΟΛ)

Εισάγεται νόμιμα, στην Πλήρη Ποινική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, η υπ' αριθμό 43/2-4-2012, αίτηση αναίρεσης του……., μόνον ως προς τους εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Δ' και Α' ΚΠΔ, πρώτο δεύτερο κατά το ένα σκέλος του και τρίτο λόγους της, περί αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας, ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, λόγω παραβιάσεως της διάταξης του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, αντίστοιχα, και συγκεκριμένα γιατί το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με το να δεχθεί ως έγκυρη την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής, καίτοι ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι είχε γνωστή διαμονή, χωρίς να συνεκτιμήσει και τα αποδεικτικά μέσα που είχε προσκομίσει, αλλά να βασιστεί μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως και στο ότι αυτός δεν είχε δηλώσει τη νέα διεύθυνσή του στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση, και, στη συνέχεια, να απορρίψει την έφεσή του ως εκπρόθεσμη, υπέπεσε στις παραπάνω αναιρετικές πλημμέλειες…...  Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 εδ.α της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε για πρώτη φορά από την Ελλάδα με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974 και αποτελεί, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού Δικαίου και υπερισχύει από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη εσωτερικού νόμου, ορίζεται ότι "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε ..., είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως". Στο δικαίωμα αυτό περιλαμβάνονται ειδικότερα, σύμφωνα με τη σταθερή νομολογία του ΕΔΔΑ: α) το δικαίωμα ελεύθερης και ανεμπόδιστης πρόσβασης στο δικαστήριο και β) το δικαίωμα του προσώπου να τύχει σχετικά με την υπόθεσή του ακρόασης. Το ίδιο δικαίωμα ακρόασης αναγνωρίζεται, τόσο από το άρθρο 2 περ.1 του έβδομου Πρωτοκόλλου της ως άνω Ευρωπαϊκής Σύμβασης, που κυρώθηκε με το Ν. 1705/1987, το οποίο ορίζει ότι "κάθε πρόσωπο που καταδικάσθηκε για αξιόποινη πράξη από δικαστήριο, έχει το δικαίωμα της επανεξέτασης από ανώτερο δικαστήριο της απόφασης με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ή της απόφασης με την οποία επιβλήθηκε ποινή", όσο και από το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι τα κράτη θα πρέπει να έχουν εξασφαλίσει στην πράξη το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, απόρροια του οποίου είναι και η ακώλυτη πρόσβαση σε δικαστήριο και η προηγούμενη δικαστική ακρόαση. Ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς στην άσκηση ενδίκου μέσου εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως, αρκεί οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους να μην είναι υπέρμετρες σε τέτοιο σημείο, ώστε να αναιρείται η ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο. Η παραβίαση της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δε δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της ποινικής απόφασης, πέρα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του Κ.Π.Δ., εκτός εάν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους από την εν λόγω διάταξη λόγους αναίρεσης, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ.                                 .
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 171 παρ.1 περ.δ' του ΚΠΔ, όπως η περ.δ' αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ.2 του Ν. 3904/2010, σε συνδυασμό με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, ακόμη προκαλείται: 1. αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν "α) ... δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ)". Κατά δε την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς και όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία η οποία του παρέχεται από το νόμο, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμο όροι.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση των ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Τέλος, κατά τις διατάξεις, του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναίρεσης, για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και το χρόνο ασκήσεως της έφεσης, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως (Ολ.ΑΠ 6/1994 και 4/1995). Σε περίπτωση, όμως, που με την έφεση αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, που συνεπάγεται αδυναμία γνώσης της επίδοσης, και προβάλλεται ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης, αυτός διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απορριπτική απόφαση σχετική αιτιολογία, αλλιώς ιδρύεται ο ανωτέρω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση κα επί των οποίων, εφόσον προβάλλονται, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να διαλάβει στην απορριπτική της εφέσεως απόφαση πλήρη αιτιολογία, είναι και ότι η επίδοση ως αγνώστου διαμονής έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή". Κατά την μέχρι τούδε νομολογία του Αρείου Πάγου, ως άγνωστης διαμονής πρόσωπο θεωρείται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 156 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος τον οποίο έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Κατ' ορθή όμως ερμηνεία των διατάξεων αυτών, του ΚΠΔ, στην περίπτωση που δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και δεν έχει δηλώσει διεύθυνση κατοικίας, κατά το άρθρο 273 του ΚΠΔ, δεν μπορεί άνευ ετέρου να θεωρείται ως άγνωστης διαμονής, από μόνο το γεγονός ότι αναζητήθηκε στην αναγραφόμενη στην έγκληση ή τη μήνυση διεύθυνση κατοικίας, από την οποία και απουσίαζε, διότι, διαφορετικά, ενδέχεται η γνωστοποιηθείσα από το μηνυτή διεύθυνση της κατοικίας του κατηγορουμένου να είναι εσφαλμένη, με συνέπεια ο τελευταίος να αγνοεί την σε βάρος του ποινική διαδικασία, η οποία έτσι διεξάγεται ερήμην του, κατά παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης που θεσπίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, περιεχόμενο της οποίας είναι, όπως προεκτέθηκε, η διασφάλιση της ακώλυτης πρόσβασης στο δικαστήριο και της επαρκούς δικαστικής ακρόασης. Τα παραπάνω ισχύουν και όταν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν, και, σε περίπτωση μεταβολής της κατοικίας του, αυτός δεν δήλωσε στην Εισαγγελική Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο τη νέα διεύθυνση της κατοικίας του. Δηλαδή και στην τελευταία περίπτωση ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άγνωστης διαμονής από μόνο το γεγονός ότι αναζητήθηκε στην αναγραφόμενη στην έγκληση ή τη μήνυση διεύθυνση κατοικίας, από την οποία και απουσίαζε. Συνακόλουθα, εφόσον με την έφεση του κατηγορουμένου προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης της απόφασης ήταν γνωστής διαμονής, αφού διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση διαφορετική από εκείνη στην οποία αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε, και ως εκ τούτου η επίδοση της απόφασης ως άγνωστης διαμονής είναι άκυρη, το Εφετείο έχει την υποχρέωση να ερευνήσει κατ' ουσία τον εν λόγω ισχυρισμό, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας όλα τα προσκομιζόμενα από τον κατηγορούμενο στοιχεία (έγγραφα, καταθέσεις μαρτύρων κ.λ.π.) από τα οποία προκύπτει η κατά τον κρίσιμο χρόνο διεύθυνση του κατηγορουμένου και να μη βασισθεί μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως της απόφασης. Η θέση αυτή συμπορεύεται και προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ), το οποίο με τις από 14.1.2010 και 28.5.2009 αποφάσεις του, στις υποθέσεις Popovitsi κατά Ελλάδας και Elyasin κατά Ελλάδας, αντίστοιχα, αποφάνθηκε ότι, εφόσον το Εφετείο, που απέρριψε την έφεση του κατηγορουμένου, ως εκπρόθεσμη, βασίστηκε μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως της εκκαλούμενης απόφασης ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συνεκτιμήσει τα προσκομιζόμενα ενώπιον του στοιχεία από τα οποία προέκυπτε η κατά τον κρίσιμο χρόνο διεύθυνση του κατηγορουμένου, παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, ενόψει μάλιστα του ότι, όταν οι πολίτες δεν έχουν καμία γνώση των σε βάρος τους κατηγοριών, δεν συντρέχει λόγος για τον οποίο πρέπει να ενημερώνουν από μόνοι τους την εισαγγελία για κάθε αλλαγή της διεύθυνσης κατοικίας τους.


3 σχόλια
]]>
http://legalcenter.gr/page34.php?post=21
Αναίρεση κατά εκκλητής απόφασης από ΕισΑΠ - προθεσμία πριν και μετά το ν 4274/2014 ... ΑΠ 185/2015 22/11/2015 6:10:18 PM

….

αν δεν ορίζεται διαφορετικά σ' αυτόν, ο νέος δικονομικός νόμος διέπει το διαδικαστικό μέρος της ποινικής δίκης, που συντελείται μετά τη θέσπισή του, και όχι και τις διαδικαστικές πράξεις που είχαν ήδη συντελεστεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του (ΟλΑΠ 390/1992). Από αυτά παρέπεται ότι το επιτρεπτό του ενδίκου μέσου και οι σχετικές πλημμέλειες της απόφασης ή του βουλεύματος, για τις οποίες παρέχεται η άσκησή του, κρίνονται με βάση τον νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης ή έκδοσης του βουλεύματος (ΟλΑΠ 1282/1992), το δε παραδεκτό του ενδίκου μέσου, δηλαδή η συνδρομή των όρων νομότυπης και εμπρόθεσμης άσκησής του, κρίνεται με βάση τον νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο άσκησης αυτού.

 

Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠΔ, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 (άρθρο 483 παρ. 3), δηλαδή μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από τη δημοσίευση της απόφασης. Επίσης, κατά το άρθρο 504 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση (ανέκκλητης) και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε μετά από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (τελεσίδικης).

 

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, επομένως και αυτής που, όπως απαγγέλθηκε, προσβάλλεται με έφεση (εκκλητή) μέσα στην άνω μηνιαία προθεσμία (Ολ ΑΠ 3 και 4/2000) και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

 

Εξάλλου, κατά το άρθρο 473 παρ. 3 εδ. α' ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν έχει καμία έννομη σημασία η τυχόν καταχώρηση στο σχετικό βιβλίο ποινικής απόφασης, η οποία, όπως απαγγέλθηκε, δεν είναι εκκλητή, αλλά υπόκειται σε έφεση, και δεν είναι, γι' αυτόν τον λόγο, καταχωρητέα στο ειδικό βιβλίο.

 

Συνεπώς, υπό το νομικό καθεστώς που ίσχυε πριν από τη θέσπιση του ν. 4274/2014, η προαναφερόμενη μηνιαία προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά απόφασης, η οποία, όπως απαγγέλθηκε, είναι εκκλητή, αρχίζει από τη δημοσίευσή της, και όχι από την τυχόν καταχώρησή της στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 εδ. α' ΚΠΔ, η οποία προβλέπεται αποκλειστικά για τις τελεσίδικες αποφάσεις (ΟλΑΠ 3-4/2000).

 

Το δικονομικό καθεστώς αυτό μεταβλήθηκε μετά τη θέσπιση του ν. 4274/2014 (ΚΠΔ 473 : «Στο ειδικό αυτό βιβλίο καταχωρούνται καθαρογραμμένες και οι αποφάσεις των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, που, όπως απαγγέλθηκαν, προσβάλλονται με έφεση, εφόσον το ζητήσει ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Η προθεσμία για την άσκηση αίτησης αναίρεσης από τον εισαγγελέα αρχίζει από την καταχώρηση αυτή, η οποία γίνεται εντός δύο μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης» ). Έτσι, με τη διάταξη αυτή, στην οποία δεν έχει προσδοθεί ρητά αναδρομική ισχύς, εναρμονίστηκε, ως προς την αφετηρία της, η προθεσμία που έχει ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου για άσκηση αναίρεσης κατά εκκλητών αποφάσεων με εκείνη που ισχύει για άσκηση αναίρεσης κατά τελεσιδίκων αποφάσεων. Η εισαγόμενη διάταξη, ως νεότερη δικονομική ρύθμιση, σύμφωνα και με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις ως προς το ατέλεστο (μόνο) διαδικαστικό μέρος τους, αφού δεν ορίζεται διαφορετικά σ' αυτή, δηλαδή ότι ισχύει αναδρομικά και για τις διαδικαστικές πράξεις που έχουν τελεστεί.

Συνακολούθως, αίτηση αναίρεσης που είχε ήδη ασκήσει ο Εισαγγελέας του Αρείου κατά εκκλητής απόφασης πριν αρχίσει να ισχύει ο ν. 4274/2014 (από 14/7/2014) δεν καταλαμβάνεται από τη νεότερη δικονομική ρύθμιση και, συνεπώς, τα στοιχεία του παραδεκτού αυτής, στα οποία εμπίπτει και η εμπρόθεσμη άσκησή της, θα κριθούν από το προγενέστερο δικονομικό καθεστώς του χρόνου άσκησής της, κατά το οποίο αφετηρία για την κίνηση της σχετικής μηνιαίας προθεσμίας είναι η δημοσίευση της απόφασης (και όχι η τυχόν καταχώρησή της στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 εδ. α' ΚΠΔ, η οποία δεν έχει καμία έννομη σημασία). Εάν δε η σχετική αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την παρέλευση ενός μήνα από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή είναι εκπρόθεσμη και, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 εδ. α ΚΠΔ, απορρίπτεται από τον Άρειο Πάγο (σε Συμβούλιο) ως απαράδεκτη.

 

 



0 σχόλια
]]>
http://legalcenter.gr/page34.php?post=20
Διαβίβαση φορολογικών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από διοικητική αρχή κράτους μέλους προς τον σκοπό επεξεργασίας τους από άλλη διοικητική αρχή - ΔΕΚ ECLI:EU:C:2015:638 - 1/10/2015 22/11/2015 4:19:38 PM

Τα άρθρα 10, 11 και 13 της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνικά μέτρα όπως τα επίδικα, τα οποία επιτρέπουν σε διοικητική αρχή κράτους μέλους τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τη μεταγενέστερη επεξεργασία τους χωρίς προηγούμενη ενημέρωση των προσώπων τα οποία αφορούν τα δεδομένα σχετικά με τη διαβίβαση ή επεξεργασία αυτή.



1 σχόλια
]]>
http://legalcenter.gr/page34.php?post=19
Θέματα ΠΜΣ Ποινικού Κομοτηνής 2015 23/10/2015 2:41:48 PM Ποινική Δικονομία

Ο θεσμός της εξαίρεσης των δικαστών :
α) Σε ποιες αρχές στηρίζεται ;
β) Ποιες οι διαφορές με τον αποκλεισμό και ποιες οι δικονομικές τους συνέπειες
γ) Ποιο κριτήριο εφαρμόζεται για τις υπόνοιες ;
δ) Αξιολογείστε το εδ β΄ του ΚΠΔ 15


2 σχόλια
]]>
http://legalcenter.gr/page34.php?post=17
Θέματα εξετάσεων Πολιτική Δικονομία 2 - Σεπτέμβριος 2015 21/10/2015 1:12:40 PM

ΝΟΜΙΚΗ ΣΧΟΛΗ- Β ΤΟΜΕΑΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Αναπλ. Καθηγητές:  Στ. Πανταζόπουλος, Κ.Πολυζωγόπουλος,  Δ. Τσικρικάς

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ ΙΙ

Δείτε / κατεβάστε τα θέματα εδώ



3 σχόλια
]]>
http://legalcenter.gr/page34.php?post=16
Θέμα εξετάσεων ΠΜΣ Αθήνας 2015 - Ποινική Δικονομία 21/10/2015 1:07:22 PM

Ο Ηλίας, ο Κίμωνας και ο Παύλος παραπέμπονται με κλητήριο θέσπισμα στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο ως συναυτουργοί κλοπής ενός κινητού τηλεφώνου και καταδικάζονται οι μεν δύο πρώτοι σε ποινή φυλάκισης 5 μηνών, ως κατηγορούνται, ο δε Παύλος για απλή συνέργεια στην κλοπή σε ποινή φυλάκισης 2 μηνών.

Ερώτημα 1ο: Νομίμως καταδικάστηκε ο Παύλος ως απλός συνεργός κλοπής;

Κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης ασκούν έφεση οι Ηλίας και Κίμωνας. Ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου εμφανίζεται συγγενής του Κίμωνα, ο οποίος υποβάλει αίτημα αναβολής καταθέτοντας προφορικά (χωρίς να προσκομίσει σχετική ιατρική πιστοποίηση) ότι την ημέρα της δίκης ο Κίμωνας ήταν κλινήρης στην οικία του με πυρετό. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν δέχεται το αίτημα αναβολής, κατόπιν δε τούτου απορρίπτει την έφεση του Κίμωνα ως ανυποστήρικτη και ακολούθως καταδικάζει τον Ηλία για κλοπή σε ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Ο Κίμωνας την επομένη ημέρα υποβάλει αίτηση ακύρωσης της διαδικασίας του Τριμελούς  Πλημμελειοδικείου επικαλούμενος ιατρικό πιστοποιητικό, που απεδείκνυε ότι την ημέρα της δίκης έπασχε από γρίπη.

Ερώτημα 2ο: Πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση ακυρώσεως της διαδικασίας του Κίμωνα;

Ο Ηλίας ασκεί κατά της καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία γίνεται δεκτή από τον Άρειο Πάγο. Στη μετ’ αναίρεση δίκη ο Ηλίας, αν και κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, δεν εμφανίζεται ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, το οποίο εκδικάζει την υπόθεση και αθωώνει τον Ηλία λόγω αμφιβολιών ως προς την συμμετοχή τους στην κλοπή του κινητού τηλεφώνου. Κατά της αθωωτικής απόφασης ασκεί αναίρεση ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου για υπέρβαση εξουσίας, διότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο έπρεπε να είχε απορρίψει την έφεση του Ηλία ως ανυποστήρικτη.

Ερώτημα 3ο:

Είναι βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως του Εισαγγελέα;.


4 σχόλια
]]>
http://legalcenter.gr/page34.php?post=15
Θέματα Μεταπτυχιακού Ποινικού Αθήνας 2015 (ειδικό μέρος) 18/10/2015 2:06:37 PM
  • Μπορεί να τιμωρηθεί για ληστρική κλοπή ο απλός συνεργός κλοπής που καταλαμβάνεται επ’ αυτοφώρω και ασκεί βία προκειμένου ο αυτουργός να διατηρήσει το κλοπιμαίο;

  • Ο Α υπόσχεται 5.000 ευρώ που απέκτησε με τίμια εργασία στον επαγγελματία μπράβο Β προκειμένου ο τελευταίος να προκαλέσει σωμτικές βλάβες στον Γ. Ο Β παριστά ψευδώς στον Α ότι έδειρε τον Γ και εισπράττει τα χρήματα. Έχει τελέσει απάτη ο Β;

  • Πώς συρρέει η απάτη με την πλαστογραφία;

  • Οι Α και Β αποφασίζουν από κοινού να κλέψουν 200.000 ευρώ του Γ και να τα μοιραστούν εξ ίσου. Πώς ευθύνονται;

  • Πώς διακρίνεται η απάτη από την κλοπή κατά έμμεση αυτουργία;




  • 0 σχόλια
    ]]>
    http://legalcenter.gr/page34.php?post=14
    Ολομ ΑΠ 1/2015: ηπιότερος νόμος, ΚΠΔ 470 11/10/2015 2:56:44 PM

    Απόφαση 1 / 2015    (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

    Κατά το άρθρο 7 παρ. 1 του Συντάγματος: "Έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης". Κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ: "1. Ουδείς δύναται να καταδικασθή διά πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον. Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετo κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος". Κατά το άρθρο 15 του ΔΣΑΠΔ του ΟΗΕ, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997: "Κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή το διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους. Επίσης δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν". Κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, με το οποίο καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξεως μέχρι το χρόνο της αμετακλήτου εκδικάσεως της υποθέσεως, επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, δηλαδή, με βάση τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, επιφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Εάν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, με βάση το αποδιδόμενο σ' αυτόν έγκλημα, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Σύμφωνα δε α) με την αρχή της νομιμότητας (άρθρο 7 του Σ.), β) με την αρχή της ισότητας (άρθρο 4 του Σ.) και γ) με το προαναφερθέν άρθρο 15 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, υπερνομοθετική τυπική ισχύ, καθιερώνεται η αναδρομική εφαρμογή του επιεικέστερου νόμου.

    Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που έχει δεχθεί ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Εξάλλου, από τη διάταξη του αριθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ θεσπίζεται ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίδει ο νόμος. Η υπέρβαση εξουσίας εμφανίζεται υπό την θετική και αρνητική μορφή. Θετική υπέρβαση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας απεφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, ενώ αρνητική, όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 470 εδ. α' του ΚΠΔ, επί ενδίκου μέσου, που ασκήθηκε εναντίον καταδικαστικής απόφασης, από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν επιτρέπεται να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου, με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως, και δη είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχειρίσεως αυτού, δηλαδή κυρίως εάν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ή αν καταδικάζεται για πράξη για την οποία δεν είχε ασκηθεί ποινική δίωξη, ούτε είχε καταδικασθεί στον πρώτο βαθμό (νομική χειροτέρευση), διαπιστούμενη με τη σύγκριση του περιεχομένου των διατακτικών, αφενός της αποφάσεως που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου αυτής που εκδίδεται από το δικαστήριο του ένδικου μέσου. Ωστόσο, δεν υφίσταται υπέρβαση εξουσίας, όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποσαφηνίζει, συμπληρώνει και προσδιορίζει ακριβέστερα, σύμφωνα με τα πορίσματα της ακροαματικής διαδικασίας, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την πράξη, ή όταν, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, προσδίδει στην πράξη τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον αυτός στηρίζεται στα ίδια γεγονότα της ποινικής διώξεως που έχει ασκηθεί, ή όταν διορθώνεται και βελτιώνεται κάποιο ιστορικό στοιχείο, που δεν μεταβάλλει ουσιωδώς την κατηγορία. Κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 περ. β, ζ του ν. 1729/1987, όπως κωδικοποιήθηκε σε νέο άρθρο 20 διά του ν. 3459/2006 (ΚΝΝ), ορίζεται ότι "τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, με κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2.900) μέχρι διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) ευρώ, όποιος, πλην άλλων περιπτώσεων, αγοράζει, αποθηκεύει, κατέχει ή πωλεί σε τρίτους με οποιονδήποτε τρόπο ναρκωτικά". Κατά τις διατάξεις των άρθρων 23 και 23Α του ν. 1729/1987, όπως το πρώτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 και κωδικοποιήθηκε σε νέο άρθρο 23 διά του ν. 3459/2006 (ΚΝΝ) και το δεύτερο προστέθηκε με το άρθρο 10 του ν. 3727/2008, με τίτλο "επιβαρυντικές περιστάσεις", ο οποίος ισχύει από 18-12-2008, ορίζεται ότι "τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή 29.412 μέχρι 588.235 ευρώ, ο παραβάτης των άρθρων 20, 21 και 22, αν είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή ενεργεί με σκοπό να προκαλέσει τη χρήση ναρκωτικών ουσιών από ανηλίκους ή." (23). "Οι προβλεπόμενες για τις πράξεις του πρώτου εδαφίου του άρθρου 23 ποινές επιβάλλονται και όταν η πράξη αφορά μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών" (23Α).

    …………….



    7 σχόλια
    ]]>
    http://legalcenter.gr/page34.php?post=12
    ΠΚ 237Α : Εμπορία επιρροής – μεσάζοντες 11/10/2015 2:05:27 PM

    ΠΚ 237Α : Εμπορία επιρροής – μεσάζοντες. Επεξεργασία για μελέτη της ΑιτιολΕκθ του ν. 4254/2014

     

    Με το κη θη του νικι κανονιστική συναργ τον ΟΗΕ) για ανεπαρκ237Α , μεταφέρεται στον ΠΚ η τυποποίηση της εμπορίας επιρροής, η οποία ως αξιόποινη πράξη περιγράφεται μέχρι σήμερα, με μη ομοιόμορφο τρόπο, από τις διατάξεις των ν. 5227/1931«περί μεσαζόντων», 3560/2007 και 3213/2003. Στον τίτλο του νέου άρθρου για λόγους παράδοσης και σύνδεσης με την υφιστάμενη νομολογία του ν. 5227/1931 διατηρήθηκε η λέξη «μεσάζοντες». Υποχρέωση για την ποινικοποίηση της – ήδη παλαιόθεν αξιόποινης κατά το δίκαιό μας – εμπορίας επιρροής ανέλαβε η χώρα μας με το άρθρο 12 της Σύμβασης Ποινικού Δικαίου για τη Διαφθορά του Συμβουλίου της Ευρώπης και με το άρθρο 18 της Σύμβασης του ΟΗΕ για τη Διαφθορά, οι οποίες έχουν κυρωθεί αντίστοιχα με τους νόμους 3560/2007 και 3666/2008.

                Όπως εκτίθεται σχετικά και στην αιτιολογική έκθεση της Σύμβασης Ποινικού Δικαίου για τη Διαφθορά του Συμβουλίου της Ευρώπης, η ποινικοποίηση της εμπορίας επιρροής επιχειρεί να φτάσει στο εγγύτερο περιβάλλον των αξιωματούχων ή των πολιτικών κομμάτων στα οποία αυτοί ανήκουν και να εμποδίσει συμπεριφορές προσώπων που βρίσκονται κοντά στην εξουσία και επιχειρούν να επωφεληθούν από τη θέση τους αυτή συμβάλλοντας στη διαμόρφωση ενός κλίματος διαφθοράς. Επιτρέπει στα κράτη-μέλη να εμποδίσουν την αποκαλούμενη «παρασκηνιακή διαφθορά», ήτοι αυτήν στην οποία δεν εμπλέκονται ευθέως τα πρόσωπα που βρίσκονται σε θέσεις εξουσίας, όμως υποσκάπτει τη εμπιστοσύνη των πολιτών στην χρηστότητα της δημόσιας διοίκησης και δημιουργεί προϋποθέσεις αθέμιτων συναλλαγών.

                Η διατύπωση της διάταξης του νέου άρθρου 237Α ΠΚ ακολουθεί κατά βάση αυτήν του άρθρου 12 της Σύμβασης. Ποινικοποιεί μία τριπρόσωπη (με την έννοια ότι προϋποθέτει τρία πρόσωπα για να λάβει ύπαρξη) και διμερή (με την έννοια ότι υφίσταται μεταξύ δύο εξ αυτών) σχέση διαφθοράς, στην οποία κάποιος, έχοντας πραγματική ή υποτιθέμενη επιρροή σε υπάλληλο, προσφέρει αυτή την επιρροή έναντι ανταλλάγματος σε κάποιον που την επιζητά, με σκοπό ο αρμόδιος φορέας ορισμένης λειτουργίας να επηρεαστεί με αθέμιτο τρόπο ως προς την άσκηση της λειτουργίας του αυτής.

                Το αν η δυνατότητα άσκησης επιρροής πράγματι υφίσταται, αν αυτή πράγματι ασκήθηκε και αν μπορεί να οδηγήσει στο σκοπούμενο αποτέλεσμα, είναι αδιάφορο, όπως διευκρινίζεται και από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 12 της Σύμβασης.

                Το αθέμιτο του επηρεασμού βρίσκεται στη βάση της κυρωτικής λειτουργίας της εν λόγω διατάξεως και είναι το πρωτεύον στοιχείο για τη στοιχειοθέτηση του αδίκου, αφού αυτή δεν επιδιώκει να αποτρέψει γενικά την επ’ αμοιβή υποστήριξη απόψεων ή συμφερόντων, αλλά την υπόσχεση ή αξίωση αμοιβής για προώθηση τέτοιων με επέμβαση στον τρόπο σχηματισμού της βουλήσεως του υπαλλήλου στηριζόμενη σε κριτήρια που βρίσκονται πέρα από τους σκοπούς της δημόσιας υπηρεσίας που αυτός εκτελεί.

                Ο «πωλητής» επιρροής, χωρίς να αποκλείεται το να έχει κι αυτός την ιδιότητα του υπαλλήλου, είναι τρίτος σε σχέση με την υπηρεσιακή ενέργεια την οποία επαίρεται ότι μπορεί ή αναλαμβάνει να επηρεάσει.

                Σε αντίθεση με τη διεύρυνση του κύκλου των ενεργειών του υπαλλήλου που υπάγονται στην τυποποίηση του αδικήματος της δωροδοκίας (προκειμένου να περιληφθούν σε αυτές και τέτοιες που δεν ανάγονται στον στενό κύκλο των ανατεθειμένων στον υπάλληλο αρμοδιοτήτων, αλλά τις οποίες αυτός μπορεί να διαπράξει επ’ ευκαιρία της εκτελέσεως των καθηκόντων του ή επωφελούμενος από τη θέση που κατέχει), στην περίπτωση του αδικήματος της εμπορίας επιρροής η τυποποίηση παραμένει εστιασμένη μόνον σε πράξεις ή παραλείψεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του υπαλλήλου, καθώς τέτοια διεύρυνση δεν περιλαμβάνεται στις σχετικές υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η Ελλάδα με τις Συμβάσεις του ΟΗΕ και του Συμβουλίου της Ευρώπης. Αντιθέτως, η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης αντιλαμβάνεται το αδίκημα ως αναφερόμενο σε επηρεασμό του υπαλλήλου κατά τη λήψη αποφάσεων, πράγμα που προϋποθέτει την ύπαρξη αρμοδιότητας για λήψη των αποφάσεων αυτών.

    47 σχόλια
    ]]>
    http://legalcenter.gr/page34.php?post=11